Ο Αντύπαρος.

Ντίαρ ολ,

Τη “χρυσή” τετραετία του Πανεπιστημίου (ο 5ος χρόνος δεν πιάνεται), θυμάμαι να κάνω τα εξής πράγματα: να βλέπω τηλεόραση, να διαβάζω περιοδικά, να μαγειρεύω, να περπατάω στην Αθήνα και να πηγαίνω στα μπουζούκια. Θεωρητικά, πρέπει να είχα κι άλλες ασχολίες, π.χ. μια φορά το μήνα να πήγαινα κι από τη σχολή, για να μη νομίζει ο κόσμος ότι π.χ. έχω πεθάνει/ τα έχω παρατήσει.
Αλλά κατά βάση, είτε σάπιζα στο σπίτι, είτε σάπιζα εκτός σπιτιού.

Σχεδόν κάθε Πέμπτη υπήρχε το πλάνο “παίζει τραπέζι στον […]” (εντός αγκύλης μπαίνει δευτερότριτο όνομα τραγουδιστή σε δευτερότριτο μαγαζί, συνήθως πάνω στη λ. Συγγρού). Τα τραπέζια έκλειναν μαζικά οι παρατάξεις των σχολών, ώστε να μαζεύονται πιο εύκολα οι ψήφοι στις φοιτητικές εκλογές κάθε χρονιάς. Αν όμως ήξερες ήδη τί θα ψήφιζες (ή τί δεν θα ψήφιζες), ουδόλως σε ενδιέφερε ο λόγος για τον οποίο “έπαιζε” το τραπέζι. Απλώς πήγαινες. Διότι πήγαιναν και πάρα πολλοί φίλοι σου και τί να έκανες μόνος σου στο σπίτι, όσο οι υπόλοιποι βρισκόταν έξω. Στη δική μου περίπτωση δε, ήταν πολύ εύκολο να προσαρμοστώ στο χώρο και το ρεπερτόριο (ήταν σχεδόν υποχρεωτική η εκμάθησή του στο λύκειό μας, αλλιώς δε “σ’ έπαιζαν” τα άλλα παιδάκια).

Με τούτα και με κείνα, πρέπει να έχω πάει συνολικά περίπου 40 φορές σε “πίστες”, κατά τη διάρκεια της φοιτητικής μου ζωής.
Απ’ όταν πήρα πτυχίο και ξεκίνησα να δουλεύω, έχω ξαναπάει ελάχιστες φορές.
Κυρίως στο Μαζωνάκη.
Οι χλιδάτες πίστες ποτέ δε μου άρεσαν, διοτι δεν έμοιαζαν με τα χύμα, καθαρόαιμα μπουζούκια. Προσποιούνταν κάτι που δεν ήταν και που δε κατάφερναν ποτέ να γίνουν.

Πλέον, τη μία φορά ανά δύο χρόνια, που θα μου πουν “πάμε μπουζούκια στον τάδε” και
θ’ αποφασίσω να τους ακολουθήσω, ο “τάδε” θα είναι κάποιος που δεν προσποιείται. 
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αντύπας.

Αφορμή ήταν η συνέντευξη του Αντύπα στον Ηλία. Λίγες μέρες μετά, ο Ηλίας μου είπε ότι μας περίμενε καναπές στον “Βοτανικό”, το μαγαζί όπου εμφανίζεται φέτος ο Αντύπας με το Νίκο Κουρκούλη και την Αγγελική Ηλιάδη. Είχα ξανακούσει τον Αντύπα πριν από δυο χρόνια και είχα εξαιρετικές εντυπώσεις, παρότι είχα βρεθεί στην “Εμπατή” κατά τύχη και εντελώς απροετοίμαστη (και σε αντικατάσταση της αδερφής μου, που την είχε “πιάσει” απαγορευτικό απόπλου).

Το μαγαζί το θυμόμουν από μια φορά που είχα πάει πριν από 3-4 χρόνια (όταν τραγουδούσε ο Μαζωνάκης, φυσικά). Αυτή τη φορά είχε λιγότερο κόσμο, δεδομένου ότι είχαν κλείσει τον πάνω όροφο, κι έτσι δεν αισθανόσουν ότι καταπλακώνεσαι. Ο καναπές μας ήταν σε ωραιότατο υπερυψωμένο σημείο και κανένα κεφάλι καμηλοπάρδαλης δε μας έκοβε τη θέα στην πίστα.

 
Φτάσαμε 12 και κάτι, ενόσω είχαν ξεκινήσει να εμφανίζονται τα “μικρά ονόματα”. 3-4 μικροί τραγουδιστές εμφανίστηκαν, αξιοπρεπείς για άνοιγμα προγράμματος, χωρίς να φαλτσάρουν.
Κάποια στιγμή βγήκαν και τα “μπαλέτα” (πόσο αστείο να λες “τα μπαλέτα” στα μπουζούκια, λες και βγήκαν να χορέψουν τη Λίμνη των Κύκνων με μπαγλαμά και τουμπερλέκι).
Τα “μπαλέτα” ήταν δυο κοπέλες με – τί άλλο – τζιν σορτσάκι και υποψία μπλούζας, που κουνιόταν σε ακατάληπτους ρυθμούς για ένα πεντάλεπτο το πολύ (μικρό το μπάτζετ φέτος).

Μετά τους “μικρούς” βγήκε η Αγγελική Ηλιάδη, πίσω από μια κουρτίνα που ονειρευόταν, όταν μεγαλώσει, να γίνει ρόμαν, αλλά παρέμεινε ένα αχνό, απλό βουαλάζ, για να μην κρύβει την κατερχόμενη από το ταβάνι του μαγαζιού τραγουδίστρια.

Το φόρεμά της πιρπίριζε σαν ινδουιστικός ναός, μια καυτή μέρα του Ιουλίου, ομοίως και τα παπούτσια της (νεόδμητα τριώροφα στην Καισαριανή, με τακτοποιημένους ημιυπαίθριους) και ιδίως, τα πόδια της, τα οποία προχωράνε και προχωράνε και προχωράνε κι αναρωτιέσαι γιατί εσύ να βγεις 1,60 (έχεις καλή ψυχή βέβαια, αλλά τί να το κάνεις, θεία Βιργινία μου).

Η Ηλιάδη ξεκινάει το πρόγραμμά της με τη μεγάλη επιτυχία της γιαγιάς της, Καίτης Γκρέυ “Μια γυναίκα μόνο ξέρει” και συνεχίζει με δικά της τραγούδια, παλιά και νέα. Από τα παλιά, κάτι ήξερα, από τα νέα την τύφλα μου και μόνο.

Τραγουδάει περίπου μια ώρα και μετά βγαίνει ο Νίκος Κουρκούλης, ανάποδα απ’ ό,τι η ίδια: αναδυόμενος από το πάτωμα της πίστας, με ινσταλέισο “Στου Μανώλη την ταβέρνα”, τραπέζι – ποτήρια – καραφάκια – χορευτές. Λέει ένα από τα κλασικά γνωστά του ζεϊμπέκικα, πετάγονται οι χορευτές στον αέρα και νομίζεις ότι ζεις το “Γοργόνες και Μάγκες”, τη σκηνή στην πλατεία του χωριού, με το Βαγγέλη Σειληνό – πειρατή. Το δεύτερο τραγούδι που λέει είναι του Διονύση Τσακνή, ένα ζεϊμπέκικο που είχε γράψει για μια ταινία (εννοείται ότι δε θυμάμαι ποια) και πρέπει να το θυμόμαστε μόνο εγώ, ο Κουρκούλης και – ενδεχομένως – ο Τσακνής. Είναι πολύ ωραίο πάντως και πολύ χαίρομαι που το είχα εντοπίσει από παλιά (σα γνήσιο σκυλί της νύχτας).
Το ινσταλέισο που κομποζάρει τον Κουρκούλη μετά από λίγη ώρα εξαφανίζεται, καταδυόμενο στο πάτωμα, με ένα χορευτή να φέρνει βόλτες κρατώντας το τραπέζι και όλα του τα παρελκόμενα με τα δόντια. Μην το προσπαθήσετε στο σπίτι, ούτε με Corega. Ούτε καν με τσιμέντο.

Και μετά το πρώτο πρόγραμμα του Κουρκούλη, τα φώτα σβήνουν, η οθόνες λούζουν το μαγαζί με κίτρινο και μπλε φως, το βιολί σολάρει και μπουκάρει στην πίστα ο Αντύπας. Ο Αντύπαρος.

Που είναι ολόιδιος, σε σχέση με την τελευταία φορά που τον είχα δει (και γενικότερα, τα τελευταία 20 χρόνια). Ίδια κορμοστασιά, ίδιο μαλλί – λασπωτήρας, ίδια φωνή, ίδιος παλμός πάνω στην πίστα.
Η πίστα μόνο δεν είναι ίδια: μόλις βγει ο Αντύπας γεμίζει κι αντιλαλούνε τα βουνά. Δεν έχει βουνά στο Βοτανικό, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Διότι ο άνθρωπος είναι ο τραγουδιστής που έρχεται από τις “καλές εποχές” (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) των 80s. Που έχει βάλει το προσωπικό και διαχρονικό του στυλ σε ό,τι κι αν έχει ερμηνεύσει. Που τον βλέπεις να τραγουδάει και κατευθείαν σκέφτεσαι: “έτσι ήταν κάποτε τα μπουζούκια”. Όταν λέω “κάποτε”, δεν εννοώ φυσικά την εποχή του Τσιτσάνη. Εννοώ στη δεύτερη μεγάλη “άνθισή” τους, όταν ζούσε η Ρίτα (μία είναι η Ρίτα), η Μοσχολιού κι ο Στράτος (εκτός από τη Ρίτα, ένας είναι και ο Στράτος).

Ο Αντύπας, λοιπόν, ανεβαίνει και τραγουδάει, αρχικά για κάτι λιγότερο από μια ώρα, όλες τις μεγάλες επιτυχίες του, τις οποίες ακούγαμε στο ραδιόφωνο ή σε δίσκους γονιών ή φίλων των γονιών μας, όταν ήμασταν μικροί. Τότε, όμως, ζούσαμε μέσα στην άγνοια, ως προς την αξία των τραγουδιών αυτών και – προφανώς – ως προς την πορεία που θα διέγραφαν στο μέλλον.
Διότι ο άνθρωπος ερμηνεύει διαχρονικά άσματα, που συγκλονίζουν συθέμελα το “είναι” σου, ειδικά αν βρεθείς εκεί “κάπως” πικραμένος, για οποιονδήποτε λόγο.
Βέβαια, τον Αντύπα δε θα τον εκτιμήσεις, αν ακούς “γουρουνάδικα”. Το μπουζουκοπόπ δεν έχει καμία δουλειά εκεί (για μένα, δεν έχει καμία δουλειά γενικώς, αλλά εδώ σε κάποιους αρέσει το κουνουπίδι, δε θα κολλήσουμε στο μπουζουκοπόπ).
Κάθε τραγούδι που λέει, είτε είναι δικό του, είτε όχι, είναι “το σωστό”.
Ακόμα, όμως, κι αν δεν έχεις ιδέα περί τίνος πρόκειται, αποκλείεται να τον ακούσεις να τραγουδάει και να μην τον συμπαθήσεις, βλέποντας πόσο προσηνής και χαμογελαστός είναι την ώρα της δουλειάς του. Κι αν αφήσεις τον εαυτό σου λίγο ελεύθερο, είναι σίγουρο ότι θα σ’ αρέσει ο ίδιος, αν όχι τα κομμάτια του και η ατμόσφαιρα του χώρου.

Εμείς πάντως το καταευχαριστηθήκαμε, φεύγοντας στις 5 το πρωί.
Καθένας από την παρέα είχε διαφορετικό μουσικό υπόβαθρο.
Αλλά αυτό ακριβώς καταφέρνει ο Αντύπας: κρατάει την ουσία, εξαφανίζει όλα τα υπόλοιπα και σου δίνει απλόχερα τη δυνατότητα να το “ζήσεις”.
Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι συχνά τον αποκαλούν “Αντύπαρο”.

(Καμία Αντίπαρος. Μόνο Αντύπαρος.)
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s