This is "kefi"

Ντίαρ ολ,

Μερικοί άνθρωποι γεννηθήκαμε 60 χρονών. Από βρέφη είχαμε τραγικές – ήσυχες ωστόσο – αϋπνίες συνταξιούχου, επιλέγοντας να κοιμόμαστε από 4 το πρωί μέχρι τις 3 το επόμενο μεσημέρι.
Κλαίγαμε/ διαμαρτυρόμασταν σπάνια, ήμασταν υπάκουοι, μας έλεγαν “μη βγεις στο μπαλκόνι” και δε βγαίναμε, χωρίς ν’ αναρωτιόμαστε καν για την αιτία της απαγόρευσης. Δε δημιουργήσαμε ποτέ πρόβλημα στο σχολείο/ το φροντιστήριο/ το ωδείο/ το ξένο σπίτι που μας είχαν καλέσει ή το εστιατόριο (για μεγάλους) όπου μας έσερναν οι γονείς μας. Περπατούσαμε πάντα πάνω στο πεζοδρόμιο, δε βγαίναμε ποτέ έξω να παίξουμε με τα παιδιά της γειτονιάς και παρ’ όλα αυτά, ουδέποτε δημιουργήσαμε ένα φανταστικό φίλο, γιατί καταφέρναμε να έχουμε και κανονικούς.
Με τους οποίους ανταλλάσαμε διακοσμητικές χαρτοπετσέτες και “φακελόκολλες”.

Γενικώς, κατά την παιδική μας ζωή και – σε ανησυχητικά μεγάλο βαθμό – κατά τη διάρκεια της εφηβικής μας ζωής, ήμασταν ήσυχοι. Αθόρυβοι. Ώριμοι. Καμάρια της οικογένειας.

 
Το κουσούρι αυτό, αν ήσουν από τη φύση σου άνθρωπος με ισχυρούς μηχανισμούς αυτοπεριορισμού, το διατηρούσες ανέγγιχτο και στην ενήλικη ζωή σου.

Κρίνοντας από τη συμπεριφορά του διαρκώς 60χρονου εαυτού μου, αυτό που προείχε σε όλη τη μέχρι σήμερα ζωή μου ήταν το μέτρο. Το οποίο “μέτρο” είχε προκύψει από το κόνσεπτ:
ήσυχα και στον καναπέ σου.

Ακόμα και στο πανεπιστήμιο, φρόντιζα να τηρώ μια ευλαβική ισορροπία σε όλα και ιδίως στο θέμα “διασκέδαση”. Αν έβγαινα π.χ. μέχρι τα ξημερώματα, φρόντιζα να μην πιω, μην τυχόν και μεθύσω και δεν ξέρω τί κάνω (κι ύστερα ποιος θα μάζευε τους άλλους που θα μεθούσαν).
Είμαι 30 παρά 2 μήνες και νομίζω ότι για πρώτη φορά πρέπει να “μέθυσα” (δηλαδή ζαλιζόμουν πάρα πολύ έχοντας – προφανώς – απόλυτη συνείδηση του τί συνέβαινε γύρω μου) πέρυσι.
Λαστ γίαρ. Το 2012.

Από τότε πρέπει να έχω ξαναπιεί λίγο παραπάνω από όσο δε με πειράζει (δηλαδή πάνω από 2 ποτά, τα οποία φυσικά έχουν περιεκτικότητα λιγότερη από 45 βαθμούς αλκοόλ) περί τις τρεις φορές.
Δηλαδή πάλι θυμόμουν τί συνέβαινε γύρω μου, συμμετείχα κανονικά σε διαλόγους, περπατούσα σχεδόν ευθεία, ξεβαφόμουν πλήρως πριν πέσω για ύπνο, κ.ο.κ.

Έφτασα δηλαδή 30 χρονών για να μπορώ ν’ αφήσω τον εαυτό μου να πιεί ένα ποτό παραπάνω.  

Κρατάω αυτή τη συμπεριφορική δυσλειτουργία και περνάω στην επόμενη: το είδος της διασκέδασης. Εννοείται πως δεν είναι απαραίτητο να διασκεδάζεις μόνο κάπου όπου έχει κόσμο και μουσική. Άλλοι τη βρίσκουν και μόνοι τους ή σχεδόν μόνοι τους, με το πλεϊστέισον τους, το βιβλίο τους ή το σκύλο/ γάτα τους. Σε άλλους αρέσουν τα τεράστια μαγαζιά που χωράνε χιλιάδες ανθρώπους μέσα, σε άλλους τα μικροσκοπικά μπαρ όπου ο μπάρμπαν ξέρει ακριβώς και πόσα κουκούτσια θέλουν να έχει το λεμόνι στο τζιν τόνικ τους.

Η δική μου οικογένεια ήταν πάντα πολύ ήσυχη. Όταν ήθελε “να το ρίξει πολύ έξω”, πηγαίναμε το Σάββατο βράδυ σε ταβέρνα με λάιβ μουσική. Με άλλες οικογένειες, που είχαν κι αυτές παιδιά, για να μπορούμε να καθόμαστε όλα μαζί, ήσυχα και να μασουλάμε το φιλέτο μας.
Α, και η μάνα μου πρέπει να έχει πάει μια φορά στο κλαμπ ενός κουμπάρου μιας φίλης της, μαζί με κάτι άλλες κυρίες, την “Ημέρα της Γυναίκας”. Επί Μητσοτάκη πρέπει να ήταν αυτό.
Ο πατέρας μου επίσης είναι φαν της ταβέρνας (και πιο πριν ήταν της μπουάτ). Ο θείος μου πήγαινε στα μπαρ και ξημεροβραδιαζόταν, αλλά όταν το έκανε αυτό συστηματικά δεν ήμουν σε ηλικία για να καταλάβω το συγκεκριμένο τρόπο διασκέδασης. Για να είμαι ειλικρινής, ούτε και σήμερα τον καταλαβαίνω.

Με αυτόν τον τρόπο ανατροφής και τον έμφυτο μηχανισμό απόλυτου ελέγχου αντιδράσεων, η συμπεριφορά μου απέναντι στους διαθέσιμους τρόπους διασκέδασης ήταν προδιαγεγραμμένη:

Στα 14 ξεκίνησα να πηγαίνω νωρίς για καφέ με τους συμμαθητές μου, στα “εντεχνάδικα” της πόλης. Στην επαρχία, ήταν το καλύτερο που μπορούσες να κάνεις. Αν ήσουν τυχερός, εκεί μπορεί και ν’ άκουγες και το “Smells like teen spirit”. Και Τρύπες.
Ακολουθούσα τους γονείς μου σε όλα τα φιλικά σπίτια, τους βοηθούσα στα τραπέζια που κάναμε σε οικογενειακούς φίλους κάθε σχεδόν δεύτερο Σάββατο, πήγαινα στα πάρτι των συμμαθητών και άλλων φίλων μου και – wait for it – τα καλοκαίρια, στο εξοχικό, έβγαινα σε “κλαμπ”.
Τα “κλαμπ” όπου σύχναζαν οι έφηβοι στην επαρχία ήταν μια αστεία περίπτωση χώρων 5×5, όπου ένας καημένος “dj” έπαιζε συνέχεια ένα “πριόνι” με επαναλαμβανόμενο τουμπερλέκι κι εσύ δε μπορούσες να μιλήσεις, γιατί δεν ακουγόσουν και δεν άκουγες, δεν ήξερες τί να πιείς, γιατί ήσουν 15 χρονών και δε σου άρεσαν τα ποτά, εκτός από το amaretto, και κυρίως, δε σου έβγαινε να χορέψεις, γιατί αυτό το πράμα γύρω σου ήταν τόσο μίζερο και άνευ νοήματος, που δεν καταλάβαινες γιατί έπρεπε να νυστάζεις πάνω σε αγνώστους που ήταν σχεδόν το ίδιο αμήχανοι με σένα. Και όλο αυτό να το αποκαλείς “έξοδο”.

Στους χορούς που έκανε το σχολείο (πάλι σε διάφορα μίζερα κλαμπ της επαρχίας) γινόταν ένας σχετικός χαβαλές, απλώς επειδή μεταφερόταν η σχολική τάξη σε ένα μεγάλο χώρο, με μουσική και χωρίς επίβλεψη. Αλλά πέραν τούτου, ουδέν.
 
Στην πόλη που μεγάλωσα, αν ήσουν έφηβος δε μπορούσες να πας σε μπαρ. Ήταν για πολύ πιο μεγάλες ηλικίες. Εδώ που τα λέμε, τότε δεν είχε και πολλά μπαρ. Ένα που ήταν αξιοπρεπές και μάλιστα δε σε ξετίναζε και στο έντεχνο, είχε ανοίξει και κλείσει μέσα σε ένα εξάμηνο.

Αναγκαστικά λοιπόν ακολουθούσα τους φίλους μου σε κλαμπ, όπου υπέφερα επί ώρες, σιχτιρίζοντας από μέσα μου το dj, που δεν ήξερε τί έπαιζε και με ποια σειρά το έπαιζε, μέχρι να βαρεθεί η πλειοψηφία και ν’ αποφασίσουμε να φύγουμε, να πάμε να κοιμηθούμε σαν άνθρωποι.

Από ένα σημείο και πέρα, αποφάσισα να μη συμμετέχω εξαρχής στις εξόδους. Δηλαδή το πρόγραμμα του Σαββάτου είχε δυο φάσεις: (α) Απογευματινός καφές, (β) Σπίτι, τζάκι, μπριζολίτσα, Βλαχοπούλου, Μεγκ Ράιαν, ύπνος.  

Περνώντας στην ενήλικη φάση της ζωής μου, στο πανεπιστήμιο, πήγα σε αρκετά μεγάλα πάρτι στο χώρο της Νομικής, που τότε δεν είχε ανακαινιστεί και διέθετε ακόμα τεράστιες αίθουσες και ευρύχωρα αίθρια. Έκοβα κι εκεί τις φλέβες μου, σιωπηρά, από μέσα μου, διερωτώμενη πώς διασκεδάζει ο κόσμος με αυτά που ακούει εκεί, που δεν έχουν μελωδία, αλλά μόνο μπάσο και μια λούπα από ο,τιδήποτε. Μια φορά θυμάμαι ότι “το είχα ρίξει έξω”, σε εκδρομή στην Αράχωβα, επειδή στο μαγαζί έπαιζε ροκενρόλ και όχι πριόνια και πλυντήρια και άλλα ηλεκτρικά είδη.

Ύστερα ήρθαν τα μπουζούκια, (σχεδόν) κάθε Πέμπτη, καθόσον τα κανόνιζαν οι διάφορες παρατάξεις της σχολής. Όχι μεγάλες πίστες, όπου τραγουδούσαν “γουρουνάδικα” και έκαναν κυρίως σόου. Τα βεριτάμπλ μπουζούκια. Όπου βέβαια, αν δεν έκανε χορό η δική μου σχολή, αλλά η σχολή φίλου/γνωστού, δεν έβρισκα κανένα νόημα να σηκωθώ να χορέψω στην πίστα μαζί με άλλους 250 αγνώστους, οι οποίοι δεν ήταν και του στυλ μου σαν άνθρωποι.

Σε πάρτι εκτός σχολής, από αυτά όπου έπαιζαν εγχώριοι και ξένοι djs, δεν πρέπει να πήγα ποτέ μου, εκτός από μια φορά σε μια παραλία στη Μύκονο, όπου ψόφησα από το κρύο (καθότι ήταν Μάης) και πήρα τη φίλη μου τη Ρένα κι ένα ταξί και γύρισα στα Ματογιάννια να δω βιτρίνες σαν άνθρωπος.

Μετά από χίλιες λέξεις, μπορώ να πω ότι διαχρονικά η βασική μου διασκέδαση, είναι να έχω κόσμο στο σπίτι, να μαγειρεύω και να βλέπουμε καμιά ταινία ή επανάληψη τους “Απαράδεκτους”. Α, και οι συναυλίες. Όπου, προφανώς, δεν θα χορέψω μέχρι τελικής πτώσης. Θα κουνήσω κανέναν ώμο, κανένα γοφό, στο τσακίρ κέφι άντε να χοροπηδήσω, το τελευταίο σε πολύ σπέσιαλ περιπτώσεις, π.χ. να κλείνουν συναυλία οι Pet Shop Boys με το “It’s a Sin”.

Η μόνη συναυλία των τελευταίων ετών όπου θυμάμαι να έχω χτυπηθεί κανονικά από την αρχή μέχρι το τέλος της είναι αυτή των Prodigy στο Τάε Κβο Ντο, το 2010, αν θυμάμαι καλά. Βέβαια, με τους Prodigy χτυπιόμουν κι όταν άκουγα τα CD τους σιδερώνοντας, οπότε η όλη φάση δε μετράει.
Οι τύποι κάπως επεμβαίνουν προσωρινά στο γενετικό μου κώδικα και με μετατρέπουν σε άλλο άνθρωπο για μιάμιση ώρα. Και μετά επιστρέφω στο μπαστούνι μου και το βλέμμα απορίας “Μα, γιατί κάνουν έτσι;”.

Εγώ, μια φορά στα δέκα χρόνια.

Το προηγούμενο Σάββατο πήγαμε αρχικά για ένα χαλαρό ποτό, μέχρι που μάθαμε ότι το λάιβ του Μπάμπη Μπατμανίδη, δυο στενά μακριά από εκεί που ήμασταν, δεν είχε τελειώσει ακόμα. Τον είχα ξανακούσει πέρυσι, πάλι στον ίδιο χώρο, και είχα ενθουσιαστεί από την ενέργεια που έβγαζε, το χαβαλέ που έκανε και τις διασκευές παλιών ελληνικών τραγουδιών.

Και βέβαια, από τα δικά του κομμάτια. Όπως το “Η Αγάπη σου είναι γιαρμάς” και το “Γλυκέ μου αναρχικέ“.
Όταν φτάσαμε και μπήκαμε μέσα, δεν είχα προσδοκίες “διασκέδασης”, όπως την εννοούν πολλοί άνθρωποι. Διότι ποτέ δεν έχω προσδοκίες, όταν βγαίνω. Ποτέ δε λέω “πάμε για ποτάρες”, “πάμε να τα σπάσουμε”, “πάμε να μην αφήσουμε τίποτα όρθιο”. Καμιά φορά, όταν θέλω πολύ να βγω για να πιω, φοβάμαι πως το κάνω σαν τον Don Draper. Για να ξεχάσω τα υπαρξιακά μου (και την κακή πορεία του Παναθηναϊκού τα τελευταία χρόνια). Και όχι για να “κάνω κεφάλι”.

Ωστόσο, διασκέδασα για πρώτη φορά μετά από – δεν ξέρω πόσα – χρόνια. Γιατί όμως; 
Έχω μια μεγάλη συμπάθεια για τα 80s και 90s ελληνικά κομμάτια που δεν έβγαιναν με το καρμπόν από τον ίδιο δημιουργό. Δεν μεγάλωσα βέβαια μ’ αυτά. Απλά τα άκουγα στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου και στις ταβέρνες. Δεν ήταν καν “τσιφτετέλια” ή καρσιλαμάδες. Ήταν ρούμπες (sic), σάμπες (ξανά, sic) και λοιπά χορευτικά, “τραγουδιάρικα” είδη της Νότιας Αμερικής, στο ρυθμό των οποίων ενσωματωνόταν το μπουζούκι κι ο τζουράς.

Ο Μπάμπης, λοιπόν, και η φοβερή του μπάντα, με τους πιο πάνω ρυθμούς,
κατάφερε το – σχεδόν – ακατόρθωτο:
να με κάνει να χορέψω, να σηκώσω χεράκια στον αέρα, να τραγουδήσω τους στίχους, να χειροκροτήσω δυνατά και να σκεφτώ “ρε Μπάμπη, είσαι δικός μου άνθρωπος, ρε”.
Δεν έφτασα στο σημείο να πάω για stage diving, σαν τον άγνωστο αδελφό που το έκανε, δύο φορές κιόλας, όσο βρισκόμουν εκεί. Αλλά αν ήξερα ότι από κάτω ήταν οι φίλοι μου, μπορεί, λέω, μπορεί και να ‘λεγα, “αχ, να μην ήμουν συνταξιούχος και να μπορούσα να βουτήξω στο πλήθος”.

Τί είναι, λοιπόν, το κέφι (μου); Είναι η χιλιοστή φορά που θ’ ακούσω ατάκα της Δήμητρας Παπαδοπούλου, μαζί με 10 φίλους, πάνω από τρία ταψιά κρέπες, δυο σαλάτες και μια ελαφριά κοτόπιτα; Είναι η μία φορά στα πέντε χρόνια που θα με συνεπάρει ο ήχος μιας μεγάλης μπάντας και θα χορέψω με την ψυχή μου; Είναι η ταβέρνα με το αρμόνιο και την κιθάρα και τα cordon blue των γονιών τα Σαββατόβραδα της εφηβείας μου; Είναι ο Χρήστος Πάζης να τραγουδάει Διονυσίου στις “Μούσες” τις Πέμπτες των φοιτητικών μου χρόνων;

Δεν είναι τίποτα από αυτά. Η “διασκέδαση” με την έννοια του “έχω κάτι να θυμάμαι έντονα” είναι κάτι που μου συμβαίνει μια φορά στα τόσα χρόνια κι επηρεάζεται από τυχαίους παράγοντες.
Καθόσον υπάρχουν άνθρωποι γεννημένοι με κέφι και άνθρωποι γεννημένοι με ένσημα κομπλέ, μπριγιόλ και χωρίστρα στο πλάι. Ο Μπάμπης μπορεί να μου χάλασε λίγο τη χωρίστρα (και να το καταφχαριστήθηκα), αλλά ο εαυτός μου δε θα με αφήσει εύκολα να μου το επιτρέψω ξανά.
Μέχρι τότε, θα μαγειρεύω, θα φτιάχνω γλυκά, θα πίνω ήσυχα σε μια γωνιά (του ίδιου μπαρ) τα ίδια κοκτέιλ, θα πηγαίνω στις συναυλίες μου και θ’ αναρωτιέμαι για ποιο λόγο συνταξιοδοτήθηκα πρόωρα, σε μια χώρα όπου η σύνταξη είναι για τους περισσότερους ένα μακρινό όνειρο.

 Όλα τα ‘χουν πει οι Smiths, πάντως.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s