Η Γλυκιά Ζωή

Ντίαρ ολ,

Η “βασίλισσα” των επαναλήψεων από καταβολής ελληνικών τηλεοπτικών σταθμών είναι μάλλον το “Ρετιρέ” του Mega. Από κοντά (πολύ κοντά) ακολουθεί το “Κωνσταντίνου και Ελένης”, του ΑΝΤ1. Άλλες σειρές που έχουμε εμπεδώσει χαζεύοντας κατά μέσο όρο 23 χιλιάδες φορές είναι οι “Δυο Ξένοι” του Mega, τα “Εγκλήματα” του ΑΝΤ1, καθώς και – σε παλαιότερες εποχές – το “Δις Εξαμαρτείν” και βέβαια, το “Ντόλτσε Βίτα” (πάλι του Mega).

Δε μπορώ ν’ αποφασίσω ποια σειρά από τις πιο πάνω προτιμώ. Ίσως γιατί η παντοτινή μου αγάπη της (ελληνικής) μικρής οθόνης είναι οι “Απαράδεκτοι“. Κι αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει εκτός αν π.χ. συνεργαστεί ποτέ σε ελληνική σειρά ο David Chase με τη Δήμητρα Παπαδοπούλου (όχι και πολύ πιθανό).

Φυσικά και ξεχωρίζω τα “Εγκλήματα” για το μοναδικά υπέροχο μαύρο χιούμορ τους, καθώς και τους “Δυο Ξένους”, για τους ξεχωριστούς χαρακτήρες και τις φαρμακερές στιχομυθίες τους (με την εξαίρεση των κουραστικών επεισοδίων με την υπερβολική δόση υστερίας).

‘Εχω όμως μια μεγάλη συμπάθεια στο “Ντόλτσε Βίτα”. Ενδεχομένως γιατί αποτελεί προϊόν συνεργασίας του Αλέξανδρου Ρήγα (“Δυο Ξένοι”, “Στάβλοι της Εριέττας Ζαΐμη”) και του Λευτέρη Παπαπέτρου (“Εγκλήματα”, “Είσαι το ταίρι μου”).

Δεν είναι η πρώτη σειρά του Ρήγα (για τον Παπαπέτρου δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα, οπότε δηλώνω κι εγώ άγνοια), αλλά θυμίζει την εποχή όπου η ελληνική τηλεόραση ήταν πιο φλατ και λιγότερο υστερική, οι παραγωγές πιο προσεγμένες και πιο πλούσιες (λεφτά υπήρχαν, γελάστε όλοι μαζί) και οι ηθοποιοί δεν ξεκινούσαν από ανθυποσελέμπριτις για να παίξουν “μόνιμοι” σε όλη τη σαιζόν, αλλά ήταν πράγματι απόφοιτοι δραματικών σχολών. Σε κάθε περίπτωση ήταν άνθρωποι με βεριτάμπλ ταλέντο, που είχαν επιλεγεί να υποδυθούν τους ρόλους τους για κάποιο λόγο.

Το “Ντόλτσε Βίτα” βλέπεται πολύ εύκολα. Ίσως και πάρα πολύ εύκολα. Το βάζεις και παίζει την ώρα που ξεσκονίζεις, που τσιγαρίζεις κρεμμυδάκι, που βάφεις νύχια ή περιμένεις το θερμοσίφωνα να ζεστάνει. Μέσα στην ελαφρότητά του, όμως, και παρά τα χρόνια που πέρασαν από την 1η προβολή του (Οκτώβριος 1995), διασκεδάζει “τόσο, όσο”. Είναι – υπό τη μορφή της κομεντί – κάτι σαν το CSI το βράδυ που πας να κοιμηθείς. Έχει ένα σχετικό ενδιαφέρον στην πλοκή, αλλά δε θα σκάσεις κι αν σε πάρει και ο ύπνος το δεκάλεπτο που ανακαλύπτουν το δολοφόνο.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης, το “Ντόλτσε Βίτα” φρόντισε να μας μεταλαμπαδεύσει ορισμένες πανανθρώπινες αλήθειες, απαραίτητες για τον άνθρωπο που θέλει να πορευθεί έτοιμος για όλα στην καθημερινή ζωή του.
Κατάφερε να μας διδάξει σοφίες.
Να μας ανοίξει τα μάτια.
(Εντάξει, και λίγο να μας σπάσει τα νεύρα με ορισμένα σημεία της πλοκής, αλλά μπροστά στην τόση  γνώση τί είναι λίγη ενόχληση;)

Τί μας έμαθε λοιπόν το “Ντόλτσε Βίτα”;

Για τις γιαγιάδες – νίντζα, όπως η Όλγα Μαρκάτου:
Η (οικόσιτη) γραία – “devil χωρίς Prada” Όλγα Μαρκάτου είναι στην πραγματικότητα πρώην επικεφαλής μυστικών υπηρεσιών και πλέον, μετά τη συνταξιοδότηση, έχει στήσει γύρω από τους ανυποψίαστους συγγενείς της τα εξής δίκτυα:

1. 38 εν ζωή βαφτιστήρες της, που την ειδοποιούν τηλεφωνικά για κάθε “απρεπή” κίνηση των μελών της οικογενείας της. Π.χ. η notorious βαφτιστήρα Μερόπη, κάτοικος Βοτανικού, που περιπολεί τα βράδια τους δρόμους της γειτονιάς της. Κάποια στιγμή π.χ. εντοπίζει τον παρολίγο γαμπρό του Μαρκαταίικου, Αντώνη, με μια “τυχάρπαστη”, μια “χαμένη”, να βγαίνει μαζί της από ένα μπαρ. Και φυσικά ειδοποιεί αμέσως την κα Όλγα.
Αν η παμπόνηρη Μικρασιάτισσα διοχέτευε αυτό το δίκτυο στις χώρες όπου εκπαιδεύουν τρομοκράτες, θα είχε εκλείψει κάθε κίνδυνος για χτύπημα, σε όλο τον ηλιακό μας σύστημα. Αλλά προτεραιότητά της ήταν η κατασκοπία πάνω στα σόγια της.

2. Οι φίλες της που έχουν παραμείνει στη ζωή (διόμιση με τρεις κυρίες είναι αυτές, η γριά είναι στ’ αλήθεια μεγάλη). Έχουν θάψει τους άντρες τους από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και πλέον ασχολούνται σχεδόν επαγγελματικά με τα προξενιά. Και τις δύο τις λένε “Θεώνη” και η ενασχόληση με τα προξενιά, έτσι γενικά κι αόριστα, είναι στην πραγματικότητα το κάβερ τους, για να μη λένε στον κόσμο πως το μόνο που τις ενδιαφέρει είναι να βρουν αρσενικό για τη (μεγαλοκοπέλα) εγγονή τους.
Στην προσπάθεια αυτή μπλέκονται ξεδιάντροπα στην προσωπική ζωή των άλλων και αμαρτάνουν ακόμα και κατά τη διάρκεια νηστείας, που τόσο ευλαβικά προσπαθούν να τηρήσουν (“αφού είναι δικό σου το γαλακτομπούρεκο, Ασπασία μου, ας αρτυθώ”).

3. Τη γραμματέα Σόφη στο εργοστάσιο που ίδρυσε ο συγχωρεμένος ο άντρας της. Η Σόφη την τρέμει, διότι, αν και η γριά έχει αποσυρθεί επισήμως από τη διοίκηση του εργοστασίου (περίπου απ’ όταν κυβερνούσε ο Πλαστήρας), είναι ικανή να τη στείλει στον ΟΑΕΔ, σε περίπτωση που δεν της ρουφιανεύει κάθε “ύποπτη” κίνηση της νύφης της και των υπολοίπων εργαζομένων (σπόντες για απεργίες, καθυστερήσεις στα διαλείμματα, τσουρνέματα πελτέδων από τα καφάσια, κ.λπ.).

Συμπέρασμα: η γιαγιά Μαρκάταινα είναι ο κακός από τον “Αστυνόμο Σαΐνη”. Έχει εξάλλου και γάτα, την Τιτίκα.
Όταν έχεις τέτοια περίπτωση γιαγιάς κοντά σου, δεν έχεις πολλές επιλογές. Ή φυλάξου και πήγαινε με τα νερά της, αν είσαι η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα νύφη της (βλ. παρακάτω) ή αλλιώς μάθε να παίζεις την κασέτα των κινημάτων και της οικολογίας, αν είσαι η ονειροπαρμένη εγγονή της (βλ. επίσης παρακάτω). Διότι μαύρο φίδι που σ’ έφαγε. Δεν την ξέρεις καλά. Αυτή διέσχισε το Αιγαίο με μια μαούνα (κι επίσης, αυτή “έφαγε” τον Μπιν Λάντεν, μην ακούς τί ισχυρίζεται ο Λευκός Οίκος).

Για τις μεσόκοπες χήρες εργοστασιάρχου, όπως η Χριστίνα Μαρκάτου:
Εκεί που η Χριστίνα Μαρκάτου έχει χηρέψει από 10ετίας και με δεδομένο ότι δε χάρηκε και ιδιαίτερα το γάμο της (με τον Περικλή, που την περνούσε ηλικιακά έναν αιώνα κι ένα μήνα), από ένα μαγικό σημείο και μετά και εντός σύντομου χρονικού διαστήματος (δυο σαιζόν και κάτι), της την πέφτουν κατά σχεδόν χρονολογική σειρά, οι εξής άντρες:

  • στην Περούτζα της Ιταλίας, ο φοιτητής –  και κατά σύμπτωση γκόμενος της κόρης της και θεότεκνο για την εποχή εκείνη- Αντώνης Καλούδης
  • ο Ιταλός πρώην φοιτητής – και κατά σύμπτωση φίλος της κόρης της και μουσαφίρης του Μαρκαταίικου – Τζουζεπίνο
  • ο ψυχολόγος της κ. Παυλόπουλος 
  • ο κ. Κούλης Δεληβοριάς, εργοστασιάρχης και “βασιλιάς του αρακά”
  • ο Λουκάς (αγνώστων λοιπών στοιχείων), Μεσσήνιος, αιώνια ερωτευμένος μαζί της και επί χρόνια υποδιευθυντής του εργοστασίου ντομάτας των Μαρκαταίων
  • ο κύριος Αρτέμης, νταλικιέρης και θαμώνας στην ταβέρνα όπου γίνεται το γλέντι για το γάμο της Σπυριδούλας (καθαρίστριας του εργοστασίου)
  • ο Στέφανος, ποιητής και – κατά σύμπτωση – πρώην καθηγητής της κόρης της
  • ο Άγγελος, καθωσπρέπει κύριος μεγάλης ηλικίας και – κατά σύμπτωση – νονός της κόρης της
  • ο Τέλης, Έλληνας φοιτητής, πάλι στην Περούτζα, χρόνια μετά το χωρισμό της με τον Αντώνη Καλούδη.  Κατά σύμπτωση, ο Τέλης δεν έχει καμία σχέση με την κόρη της.

Δηλαδή μόνο εγώ δεν της την έχω πέσει. Αν λοιπόν είστε μεσόκοπη χήρα εργοστασιάρχου, με τυραννική πεθερά, αλλοπρόσαλλη κόρη και δεκαετή εγκλεισμό σε μονοκατοικία του Παλαιού Ψυχικού, μην απελπίζεστε. Υπάρχει η ελπίδα για γκομένισμα μετά την κλιμακτήριο. 

Άλλες πανανθρώπινες αλήθειες που έφερε στο φως η τηλεοπτική ζωή της Χριστίνας Μαρκάτου:

  • Οι άρτι χωρισμένες μεσόκοπες κυρίες, τα βράδια κάθονται στην κουζίνα τους, πίνουν ένα ποτήρι ρετσίνα για να πνίξουν τον πόνο τους, αλλά σε λίγη ώρα πεινάνε και τρώνε αμπελοφάσουλα.
  • Προκειμένου να ξεπορτίσουν για να δουν το γκόμενο, σκαρώνουν τις πιο απίθανες δικαιολογίες. Επ’ αυτών υπάρχει επικό ποστ του “Makarenia“, οπότε σας παραπέμπουμε εκεί, μη έχοντας κάτι άλλο να προσθέσουμε. Τα έχουν πει όλα οι άνθρωποι.
  • Όσο κι αν έχουν συνειδητά στερηθεί τη “ζωή”, όσο κι αν έχουν αφοσιωθεί στο σπίτι και στην πεθερά τους (κυρίως σ’ αυτήν), έρχεται η στιγμή που θα λυγίσουν και θα υποκύψουν στο ερωτικό κάλεσμα του γκόμενου της κόρης τους.
  • Βέβαια, όχι πολύ μετά την ανάληψη της προεδρίας του συλλόγου τεκνατζούδων βορείων προαστίων (Σ.Τ.Β.Π.), τη Μαρκάταινα τη λούζει χείμαρρος από τύψεις, διότι η κόρη της γκαστρώνεται και πλέον πρέπει να σκεφτεί πώς θα φέρει εις πέρας το πρότζεκτ “και γιαγιά και γκόμενα”.

Για τα λαϊκά κορίτσια, που εργάζονται ως οικονόμοι “καλών σπιτιών”, όπως η Ασπασία Βαρδάτσικου:
Ασπασία Βαρδάτσικου. Λαϊκό κορίτσι, οικονόμος της οικογενείας. Σεμνή και χαμηλοβλεπούσα.
Παρατηρώντας αυτή τη – σπάνια πια – κατηγορία κοριτσιών, αγνών και παρθένων σαν λάδι Σητείας, συμπεραίνεις τα εξής:

  • Ο γάμος θέλει τούμπανα κι η εκκλησία ψάλτες.
  • Δεν υπάρχει κάποιος προφανής λόγος για τον οποίο ένα πλαστικό ποτήρι θα ζήσει παραπάνω από την ίδια.
  • Ο καλύτερος τρόπος για να κρατάς συντροφιά σε έναν ασθενή με εγκεφαλικό είναι να του διαβάζεις πάνω απ’ το κεφάλι του τη νεκρώσιμη ακολουθία. Την ώρα που κοιμάται.
  • Αν είσαι χήρα δεν είναι πρέπον να φοράς ροζ σακάκι. Κι από σουτιέν, μόνο μαύρο κάνει.
  • Κανένας άντρας δε θυμάται ποτέ τα γενέθλια της γυναίκας του. Μόνο της γκόμενάς του θυμάται.
  • Το σέξινες διαχέεται από τις κορδέλες στα μαλλιά. Και τα σκουλαρίκια – μπανάνες.
  • Δεν υπάρχει πρόβλημα να βάζεις μπουγάδα στο μπάνιο την ώρα που κάνει ντους ο Αντώνης. Επίσης, τα σώβρακα του Αντώνη πρέπει να τα σιδερώνεις με ζαχαρόνερο. 
  • Η Ασπασία δεν παίρνει όρκο για τίποτα.   
  • Όταν με το καλό έρθει η ώρα της γριάς (σπόιλερ: ΠΟΤΕ ΔΕ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΕΚΕΙΝΗ Η ΩΡΑ), θα της φτιάξει τα πιο πλούσια κόλυβα. Το αμύγδαλο και το ρόδι δε θα τα λυπηθεί. Γιατί έτσι πρέπει. 
  • Θα επιζήσει.  

Για τις κόρες εργοστασιάρχου με οικολογική συνείδηση, όπως η Θεοδώρα (Ντορίτα) Μαρκάτου:
Η Ντορίτα δεν τα “παίρνει τα γράμματα”. Στην Ιταλία, όπου την είχαν στείλει μετά το λύκειο, προσπάθησε να σπουδάσει μηχανολόγος μηχανικός, μπας κι αναλάμβανε κάποτε το οικογενειακό εργοστάσιο ντοματας. Αντ’ αυτού αποφάσισε να ασχοληθεί με την οικολογία και μάλιστα μέχρι το σημείο να θέλει να σπουδάσει ψυχολογία λαχανικών. Τότε γνώρισε τον Αντώνη, επίσης φοιτητή (που επίσης δεν “τα ‘παιρνε τα γράμματα”) και γύρισαν μαζί στην Ελλάδα.

Μετά τα πολλά ρέιβ πάρτυ που πήγε, αποφάσισε ότι αυτού του είδους η ζωή δεν της ταιριάζει κι αφοσιώθηκε στην προστασία του περιβάλλοντος, αγνοώντας παντελώς το γκόμενό της (και το τί γίνεται πίσω από την πλάτη της). Έτσι είναι αυτά τα σπάνια κορίτσια πλουσίων οικογενειών, που πολεμάνε τον καπιταλισμό, τον καταναλωτισμό και την αστυφιλία. Ασχολουνται κυρίως με:

  • την αναπαραγωγή της καρέτα – καρέτα και την κατεδάφιση παράνομων καντινών στις ακτές όπου εναποθέτουν τα αυγά τους,
  • τα φλαμίνγκο των Πρεσπών
  • τους κορμοράνους – δε θυμάμαι πού είναι αυτοί (στο Βοτανικό πάντως όχι, σχόλιο για οπαδούς αυτό)
  • μια φώκια που τη λένε Θοδωρή

Το μόνο πράγμα με το οποίο δεν ασχολούνται είναι τελικά ο γκόμενός τους. Και το να βρουν μια day job. 

Στο πλαίσιο της εναλλακτικής, οικολογικής και ελαφρώς αγγελοκρουσμένης κοσμοθεωρίας τους, μαθαίνεις ότι:

  • Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα είναι στολισμένα πτώματα.
  • Το καραβόπανο και το ύφασμα από φύλλα καλαμποκιού είναι ιδανικά υλικά για να ράψεις ρούχα.
  •  Αν δεις την Καρανάσιου στην Πατριάρχου Ιωακείμ με γούνα τσιντσιλά, οπωσδήποτε την κυνηγάς για να της ρίξεις μπογιά.


Για τις ζωντοχήρες βορείων προαστίων, όπως η Σάσα Παπαδήμα (πρώην Μπουκουβάλα):
Η Σάσα είναι η ΖαΖα Γκαμπόρ της Φιλοθέης, η Τζέσικα Ράμπιτ της Κηφισίας, η γυναίκα που έχει πιάσει το νόημα της ζωής, διανθίζοντας το καθημερινό της πρόγραμμα με τις εξής δραστηριότητες:

  • χαρτιά με την Παπαφιλίππου και τις άλλες φίλες της. Συνήθως δεν το χοντραίνουν το παιχνίδι, εκτός αν ο Ηλίας ο γυμναστής την πέφτει σε όλες, οπότε τον παίρνει όποια κερδίσει την παρτίδα
  • σεξ με τον υδραυλικό, που ήρθε να φτιάξει τη μπανιέρα και είναι καλό παιδί, παρότι έχει κάνει λίγο φυλακή
  • παρατήρηση οικοδομών, προς εντοπισμό των τεκνών μπογιατζήδων/ τορναδόρων, κ.λπ.
  • κουτσομπολιό με/για την Καρανάσιου
  • επίσκεψη στις Μαρκάταινες, για συμπαράσταση στη φίλη της τη Χριστίνα, σχετικά με όποια κατραπακιά της επιφύλασσε η μοίρα (την εκάστοτε ημεροχρονολογία της επίσκεψης)

Γενικότερα ο τρόπος ζωής της Σάσας είναι βαθιά φιλοσοφημένος.
Π.χ. είναι καλλιεργημένη και έχει πλούσια βιβλιοθήκη, που περιλαμβάνει ενδεικτικά: δίτομη Ελληνική Κουζίνα της Βέφας Αλεξιάδου, τετράτομο ονειροκρίτη, τα άπαντα της Πολυάννας, τα “Ζώδια” του Κώστα Λεφάκη, το “Αυτή είναι η ζωή μου” της Καίτης Γκρέι και τα “Τεκνά του πλοιάρχου Γκραντ” (τεκνά, όχι τέκνα).
Επίσης, διαβάζει Όμηρο μόνο από το πρωτότυπο. Το αντίγραφο, ούτε που να το δει στα μάτια της. 
Επίσης, θα βούταγε άνετα το γκόμενο της κόρης της (αν είχε, ευτυχώς δεν έχει).
Γενικότερα ο τρόπος ζωής της Σάσας συνοψίζεται στο “στήνω ξώβεργες για γκόμενους όπου και όποτε μπορώ”.  Παρότι είναι, αχέμ, “πεταχτούλα”, αποδεικνύεται ότι και οι λυσσάρες – παρντόν, με υψηλή λίμπιντο – γυναίκες πιστεύουν βαθιά στην έννοια της φιλίας. Έτσι αποδεικνύεται ότι δεν πρόδωσε ποτέ τη φίλη της Χριστίνα, υποκύπτοντας στο ερωτικό κάλεσμα του συγχωρεμένου του Περικλή (περί το ’82 είχε γίνει αυτό).

Για τα παιδιά – ρέιβερς, που αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια, όπως ο Χάρης – σύζυγος της Ντορίτας:
Τα παιδιά των ’90s με μουσικές και οικολογικές ανησυχίες ανταμώνουν, παρτάρουν, σώζουν σπάνια πουλιά και κάποια στιγμή αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια. 
Τα συμπεράσματα από την παρουσία του Χάρη στο σπίτι των Μαρκαταίων είναι τα εξής δύο:

  • “Δεν πέφτει και τ’ ανάσκελα, αλλά απ’ το να παντοφλιάσει σπίτι και να τον σαπορτάρουν οι γονείς του, καλύτερα να δουλεύει σε δισκάδικο στο Μοναστηράκι, όπου, όσο να πεις, γίνεται και το σχετικό τσιριπιπί”
  • Μόλις γεννηθεί ο γιος του, αποφασίζει να σοβαρευτεί. Έτσι πρέπει αν είσαι γονιώς, να κάθεσαι μονίμως δίπλα από την κούνια του παιδιού σου. Εκεί να τρως, εκεί να πίνεις, εκεί … Τέλος πάντων, καταλαβαίνετε. Είναι πατέρας αυτός. Δεν ξέρετε εσείς.

Για τους πρώην φοιτητές της Ιταλίας, με καταγωγή από το Μεσολόγγι, τους άντρες τους βαρείς κι ασήκωτους, όπως ο Αντώνης ο Καλούδης ο βαρκάρης ο σερέτης:
Αντώνης Καλούδης. Η πέτρα του σκανδάλου. Η αρχή του τέλους της περιόδου χηρείας της Μαρκάταινας. Ο φοιτητής που συνάντησε τυχαία τη Χριστίνα Μαρκάτου στην Περούτζα, ένα βράδυ που είχαν κλείσει οι δρόμοι για την Ανκόνα και τη σαγήνευσε με την ομορφιά του (debatable αυτό, αλλά ‘ντάξει, σε κάποιες αρέσει ο Ευθυμιάδης) και κυρίως με τα εικοσικάτι χρόνια του.

Αυτός την κυνήγησε, μόλις επέστρεψε στην Ελλάδα, ως οιονεί αρραβωνιάρης της Ντορίτας.
Την αγάπησε, χώρισε τη Ντορίτα (όχι ότι κι αυτή πετούσε τη σκούφια της για τον Αντωνάκη), ζήτησε από τη Χριστίνα να τον παντρευτεί, βρήκε σπίτι για να μείνουν μαζί κι αψήφισε κάθε κοινωνική κατακραυγή που θα προκαλούσε μια τέτοια σχέση.

O άντρας που δε θα καταλάβουμε ποτέ για ποιο λόγο λύσσαξε με την παρολίγο πεθερά του και δεν κατάφερε να την ξεπεράσει ποτέ. Ούτε όταν χώρισαν.

Ο Αντώνης μας έμαθε κυρίως τα εξής:

  • Ότι ο άντρας πρέπει να πιάνει την πέτρα (ή τη ντομάτα, που τις είχαν και πολλές στο Μαρκαταίικο) και να τη στύβει.
  • Ότι πρέπει ν’ αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του, αντρίκια και παντελονάτα. Π.χ. εξέθεσες την πεθερά σου, θα την πάρεις. 
  • Επίσης, μας έμαθε ότι, με τα ως άνω δεδομένα της σχέσης του με τη Χριστίνα, μόνο του σπανού τα γένια δε γίνονται. Όλα να τα περιμένεις σ’ αυτή τη ζωή. Και τα καλά και τ’ άσχημα και ιδίως, τα κουλά. Δηλαδή το να ερωτευτείς το μέλλοντα γαμπρό σου χωρίς να ξέρεις ποιος είναι και μετά να τα φτιάξεις και μαζί του και να περάσεις ζωή χαρισάμενη. Για όσο κρατήσει. Α, και στο τέλος να σε συγχωρέσει και η κόρη σου.

Την επόμενη φορά που σου έρθει η επιθυμία ν’ ανοίξεις την τηλεόρασή σου μεσημεροαπόγευμα και πετύχεις το σαλόνι των Μαρκαταίων, μη βιαστείς ν’ αλλάξεις κανάλι, επειδή έχουν περάσει τόσα χρόνια και “πόσες φορές θα το δείξουν πια”.
Όλο και κάτι θα έχει να σου πει η “Γλυκιά Ζωή”. Όχι τόσα, όσα η ορίτζιναλ, του Φελίνι. Αλλά εδώ που φτάσαμε, γλυκό να ‘ναι, κι ό,τι να ‘ναι.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s