Παρ’ την κάτω τη φύση.

Ντίαρ ολ,

Την Κυριακή πριν την Καθαρή Δευτέρα, που κατά σύμπτωση ήταν και του Saint Patrick η γιορτή – μεγάλη η χάρη του και πάντα να προστατεύει τις μαύρες τις μοναστηριακές – πήγαμε με την Τ και την στο στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β & Μ Θεοχαράκη.
Το συγκεκριμένο ίδρυμα διοργανώνει ακριβώς ό,τι λέει ο περιγραφικός του τίτλος: θεματικές εκθέσεις έργων τέχνης, συναυλίες και – το σημαντικότερο για μένα – διαθέτει εκπαιδευτικά προγράμματα και για παιδιά. Έχω αναφερθεί ξανά στον καημό μου που όλη η “μουσειακή δραστηριότητα” που κάναμε στο σχολείο ήταν να μας πάνε στην Κνωσσό, μια μέρα με 42 βαθμούς κελσίου και χωρίς ξεναγό, όπου από τις παραισθήσεις του καύσωνα νομίζαμε ότι ο Πρίγκηπας με τα Κρίνα ήταν ο Σάκης Ρουβάς.

Το κτίριο του Ιδρύματος φυσικά και είναι πολύ ωραίο (μη με ρωτάτε για αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, οι γνώσεις μου είναι πτωχές), ανακαινισμένο, τζιτζί (που θα λέγαμε στα 90s) και το προσωπικό είναι ευγενέστατο. Μου άρεσε ιδιαιτέρως το προαύλιο, που έχει δυο χαριτωμένα παγκάκια (εγώ κάθισα πάνω σ’ ένα προφίλ του Μόραλη, αν δεν κάνω λάθος. Αν κάνω, διορθώστε με, δε θέλω να μένω με κενά γνώσης).

Μόλις μαζευτήκαμε όλες, ανεβήκαμε στον 4ο όροφο, απ’ όπου ξεκινούσε η έκθεση:
Still Life: Αριστουργήματα από το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης. Παράδοση & Καινοτομία“.
Είχα μια εκτενή κουβέντα με τον Απ, σχετικά με την απόδοση του όρου “still life” – ακίνητη ζωή στα ελληνικά – σε “νεκρή φύση”. Τη ζημιά την έκαναν οι Γάλλοι, που δεν την είπαν από την αρχή “ακίνητη ζωή” ή “ό,τι ξώμεινε στο τραπέζι” ή “δυο τσιπούρες απλωμένες σ’ ένα ταψί”, αλλά αποφάσισαν να εισαγάγουν τον όρο “nature morte”, επειδή επρόκειτο για τη ζωγραφική απεικόνιση άψυχων πραγμάτων (φρούτα, πένσες, κάβουρες, υφάσματα, μπουκάλια, κ.λπ.).

Λες και δεν έχει το ροδάκινο ψυχούλα, που το ‘κοψες από τη μάνα τη ροδακινιά για να το βάλεις στη φρουτιέρα και μετά να το κάνεις φρουτοσαλάτα.

Εν περιπτώσει πάσει, ξεκινήσαμε την τουρνέ από τα παλαιότερα έργα (16ος – 17ος αιώνας), όπου διαβάσαμε (στα κατατοπιστικότατα ταμπλώ της έκθεσης) ότι η τάση της απεικόνισης άψυχων αντικειμένων ήταν ιδιαίτερα ζωντανή στην Ολλανδία. Ένας πίνακας του Ολλανδού Hendrik Goltzius για παράδειγμα, είχε τόσο ζωντανά χρώματα που νόμιζες ότι το γραφείο αυτό ήταν μπροστά σου κι ένα “έτσι” να ‘κανες, θα ακούμπαγες την τσόχα.

Άλλα χαρακτηριστικά θέματα στη “νεκρή φύση” ήταν η απεικόνιση πεθαμένων πτηνών (πιο νεκρή φύση, γίνεσαι στιφάδο).

Ένας εκπληκτικός πίνακας του Nichon απεικόνιζε έναν κυπρίνο, με λέπια που γυάλιζαν λες κι ήσουν στη Βαρβάκειο και το ‘βλεπες μπροστά σου. Στο σημείο εκείνο μου δημιουργήθηκε η απορία, αν πρώτα τα ζωγράφιζαν και μετά τα έτρωγαν, (τα φρούτα π.χ., όχι τα κατσαβίδια). Ρηχός άνθρωπος, αλλά δε μπορώ να βλέπω φαΐ να πετιέται, κάτι παθαίνω.

Δίπλα από έναν μικρούλη πίνακα του Manet, υπήρχε η μίνι – βιογραφία του ως “ζωγράφος και γραφίστας”, δηλαδή και κιθαρίστας και ντράμερ και γενικώς ο Manet είναι πολύ ενδιαφέρων, μόνο μην τον μπερδέψετε με τον Monet, που είναι ακόμα πιο ενδιαφέρων (και υπήρξε και πιο χίπστερ στην εποχή του).

Ακολουθούσε ένας πίνακας του Cezanne, ο οποίος πάλι είχε ζωγραφίσει ροδάκινα . Πιστεύω ότι αν ξεψαχνίσω τα οικογενειακά του, η μάνα του θα είχε καμιά βιοτεχνία με μαρμελάδες, αλλιώς δεν εξηγείται τόσο ροδάκινο. Λες και δεν είχαν στη Γαλλία σταφύλια π.χ.
Φυσικά και ο χώρος γύρω από τον πίνακα του Cezanne ήταν περιφραγμένος με ένα διακριτικό σίδερο. Ντάξει, μπορεί όντως να ήθελε να τονε βουτήξει κανείς, τώρα που τα ροδάκινα είναι εκτός εποχής.

Από δίπλα έναν Matisse με το βάζο και τα λέλουδά του, κανείς δε θα ήθελε να τον βουτήξει, οπότε μπορούσαμε πρακτικά να κολλήσουμε τη μούρη μας πάνω του, για να δούμε τις διακυμάνσεις των χρωμάτων, το ξέβαμμα και το τόνισμα, τη μεσογειακή προσέγγισή του που παρέπεμπε σε εικόνες της Κυανής Ακτής στο “Tender is the Night”.

Εκπληκτικός ήταν ένας πίνακας μεγάλων διαστάσεων, όπου ένα ζευγάρι πουλούσε φρούτα και λαχανικά σε μια λαϊκή αγορά (νομίζω τον ζωγράφο τον έλεγαν Sharp, αλλά μην εμπιστεύεστε τη μνήμη μου, ιδίως στα τριήμερα). Τα προς πώληση “εξαφάνιζαν” την ανθρώπινη παρουσία: ήθελες ν’ απλώσεις το χέρι σου στα κεράσια και στο νερό με το οποίο ο άντρας του πίνακα ξέπλενε ένα λάχανο. Πάγκος της Καλλιδρομίου ήταν αυτός ο πίνακας, με σταφύλια κριτσανιστά και μια “νεκρή φύση” που πάλευε με την “αληθινή” πάνω σε κάθε απεικονιζόμενο προϊόν.

Σ’ ένα βάζο με χρυσάνθεμα του Renoir σχεδόν υποκλίθηκα (πάλι ρεζίλεψα τις φίλες μου), αλλά τα λουλούδια κουνιόταν τόσο που σου ερχόταν φτάρνισμα από το υποκρυπτόμενο “ζωντανό” κομμάτι του πίνακα.

O Αμερικανός William Aiken Walker είχε φιλοτεχνήσει έναν σαργό κι ένα μαγιάτικο κι επί ένα τέταρτο ανταλάσσαμε συνταγές με την Κ για το πώς φτιάχνουν το μαγιάτικο στην Κέρκυρα και πώς το περιποιούμαστε εμείς στην Κρήτη. Πρωινάδικο την κάναμε και αυτή την έκθεση, αλλά το ψάρι απεικονισμένο (και γενικότερα δηλαδή) δεν το συμπαθώ (εξαιρούνται ο Nemo και η Dory).

Ορισμένοι δημιουργοί, ιδίως του τέλους του 19ου αιώνα, προσπάθησαν να συγχωνεύσουν τις απεικονιζόμενες στους πίνακες άψυχες μορφές με τον – εξίσου – άψυχο χώρο. Ένας π.χ. (εννοείται ότι μου διαφεύγει το όνομά του), ενσωμάτωσε τα άψυχα αντικείμενα στο έργο του με τρόπο καθαρά “πικασικό”, οπότε τον απαξίωσα πολύ, δηλαδή στάθηκα μπροστά του, κούνησα υποτιμητικά το κεφάλι μου, μουρμούρισα “Αυτά μας τα ‘παν κι άλλοι” και έφυγα έξαλλη να θαυμάσω τη Magnolia
(εννοείται δε θυμάμαι ποιανού είναι, μην τα ξαναλέμε), ένα σχεδόν τρισδιάστατο έργο, μια σικ παρωδία ενός τόσο κομψού φυτού, με μαύρα περιγράμματα και έντονα πράσινα, που δεν κατάφερναν όμως να καταπνίξουν το “σπασμένο λευκό” του λουλουδιού, που κυριαρχούσε στον πίνακα (για να μην πω σε όλο το χώρο).

Πιο δίπλα ήταν ένας πίνακας με κάτι λάχανα που είχαν πάρει lsd. Δε μπορούσα να ρωτήσω αν έβλεπαν κύκλους, αφενός γιατί θα ήταν tactless και αφετέρου γιατί δίπλα ακριβώς είχε έναν Georges Braque, με ροδάκινα, αχλάδια και σταφύλια κυβιστικά.

Στο σημείο αυτό μου δημιουργήθηκε η αμυδρή εντύπωση μήπως όλοι αυτοί οι δημιουργοί με τα ροδάκινα είχαν καμιά απώτερη καταγωγή από τη Βέροια, εξ ου και η λύσσα η κακιά με τα συγκεκριμένα φρούτα. Μετά θυμήθηκα ότι η Βέροια βγάζει και ραβανί, πράγμα που δεν είδα πουθενά σε κανέναν πίνακα και όπως μου δημιουργήθηκε η εντύπωση, έτσι μου εξαφανίστηκε.

Ο Plamondon είχε φιλοτεχνήσει ένα εξαίσιο patchwork πάπλωμα, με πορσελάνινα φλυτζάνια άδεια. Μπακλαβαδωτό ήταν, “τύπου Laura Ashley, της ξεφεύγει ένα γαζί και που να διορθώνεις τώρα, κάντο όλο στραβό, αλλά με συμμετρία”. Έτσι ανακάλυψα και μία κατηγορία κυβισμού, τον “μπακλαβαδισμό” και κατοχυρώνω τον όρο, σας το λέω από τώρα, μην έχουμε παρεξηγήσεις στο μέλλον.

Στα πιο σύγχρονα έργα, ιδίως αυτά από το 1920 μέχρι το 1960, οι νεκρές φύσεις ήταν πιο αφαιρετικές στην αποτύπωση. Δηλαδή το εκάστοτε ροδάκινο π.χ. δεν φαινόταν τόσο καλά, ώστε να ξεχωρίζεις και το χνούδι. Μια βουρτσιά περνούσε ο καλλιτέχνης και σου ‘λεγε “ορίστε, εδώ τα καλά ροδάκινα, τα σφιχτά, τα κρατσανιστά”.

Ο Antonio Lopez Garcia ζωγράφισε ένα νιπτήρα με τον καθρέφτη, τα πλακάκια και όλα τα σύνεργα του εργένη (συν ένα πατσαβούρι για να μαζεύει τα νερά από το πάτωμα, πολύ νοικοκύρης), οπότε είδαμε και νεκρή φύση με σπόνσορα “Γιαννόπουλος – Αργυρόπουλος”.

Οι τελευταίοι πίνακες που μου έκαναν εντύπωση ήταν ένας μεγαλούτσικος, με χαρτόνια για κινέζικο φαγητό κι ένας πιο μικρός με δέκα λευκά μπουκάλια.
Το παιχνίδι του λευκού με το γκρίζο της σκιάς των αντικειμένων ήταν πολύ ενδιαφέρον. Πράγματι, αυτή ήταν “νεκρή φύση”, διότι αφενός τα χαρτόνια ήταν κάποτε δέντρα και τα μπουκάλια ήταν κάποτε άμμος. Στο σημείο εκείνο βρήκα τη δική μου κυριολεξία της απόδοσης του όρου “νεκρή φύση”, διότι τα άψυχα αντικείμενα είχαν “πεθάνει” ξανά για να δημιουργηθούν ξανά, από δέντρα, από άμμο, από απλό DNA σε κάθε περίπτωση.

Το τελευταίο που είδαμε ήταν ένα βίντεο με μια πιατέλα με ροδάκινα, αχλάδια και μήλα, που, σε fast forword φυσικά, μαραίνονταν και σάπιζαν με την αξιοπρέπεια της stillness, πρώτα πετάγοντας “σύννεφα” μούχλας, ύστερα ανοίγοντας τη σάρκα τους μόνα τους, αλλού μαυρισμένα, αλλού πασπαλισμένα με τα υπολείμματα της μούχλας, πάντα still, πάντα μέσα στη “ζωή”, στη διάρκεια της οποίας κάποιος τα άφησε στην πιατέλα για να πεθάνουν, ενόσω ο ίδιος ζούσε βιντεοσκοπώντας.

Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 28 Απριλίου.
Έχει ένα εξαιρετικό καφέ στον ημιόροφο, για να καθίσετε να τα τα πείτε μετά με τους φίλους σας, όσο η αδερφή σας σας στέλνει αυτό το μήνυμα:

Καλή Σαρακοστή και με ρέγουλα τα θαλασσινά, κάνουν ουρικό οξύ.
Φάτε κανα ροδάκινο, που ‘χει και βιταμίνες. Ζωντανό, όχι τον καμβά.

Advertisements

3 Comments Add yours

  1. Η Καλιφόρνια της Μεσογείου ανακηρύσσει σε επίτιμο Δημότη τον Braque στα πλαίσια εμποροπανήγυρις την 25η Μαρτίου του σωτήριου έτους 2013, η οποία θα φιλοξενηθεί στο προαύλιο της κονσερβοποιείας VENUS S.A.

  2. Giovanna says:

    Η Μυρτώ είναι αξεπέραστη

  3. Μυρτώ says:

    Giovanna ❤

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s