Να μας ξανάρθετε.

Ντίαρ ολ,

Το περασμένο πεμπτο-παρασκευο-σαββατοκύριακο ήρθαν σπίτι μου οι γονείς. Την Παρασκευή ήρθε και η αδερφή μου, από την όμορφη Χιό, με την πλούσια βλάστηση και τα μανταρίνια – μπάλες του μπάσκετ.
Ο σκοπός της επίσκεψης ήταν κατά βάση οικογενειακός, δηλαδή αυτό που λέμε “να βρεθούμε ρε παιδιά, μη χανόμαστε ναούμε, μια πόρτα είμαστε”, αν και καθένα από τα μέλη της οικογένειας είχε τους κρυφούς, απώτερους σκοπούς του, διαμορφωθέντες στο πλαίσιο της επίσκεψης και μηδέποτε αποκαλυφθέντες, παρά μόνον εκ του αποτελέσματος.

Ακολουθεί μίνι οδηγός handling των οικογενειακών μαζώξεων εκτός βάσεως (πατρικού σπιτιού, άντε κι εξοχικού). Για ήρεμα και παραγωγικά σαββατοκύριακα. Για ένα καλύτερο αύριο.
Για μια Ελλάδα νέα, χωρίς πρόωρες ρυτίδες.

Βασικοί κανόνες:
1. Πάρε αποκωδικοποιητή. Μη μου το παίζεις εμένα “δε βλέπω ‘γω τηλεόραση”. Θα βρεις μεγάλο μπελά χωρίς αυτήν. Όσο λιγότερη βλέπουν, τόσο πιο πολύ μιλάνε και σε πρήζουν (από το “πότε θα παντρευτείς” μέχρι το “πότε θα πάρεις πιστοποίηση δασκάλας ιαπωνικών”) και τόσο πιο πολλές κουλές ιδέες τους μπαίνουν (π.χ. μένεις Εξάρχεια και σου λένε “δεν πάμε μια βόλτα μέχρι τον Άλιμο”; Σιγά μην πάω και μέχρι την Άμφισσα, για να πάρω τον αέρα μου).

2. Τσέκαρε αν πιάνει καλά και παντού στο σπίτι το wifi. Εννοείται πως αν δεν έχεις ίντερνετ στο σπίτι, χτυπάς στο γείτονα, του πας ένα ταψί γεμιστά κι ένα ταψί γαλακτομπούρεκο, πέφτεις στα πόδια του και τον παρακαλάς να σου δώσει τους κωδικούς για όσες μέρες καθίσουν οι γονιοί. Γιατί αλλιώς πώς θα στρημάρουν τα τούρκικα που δεν έχουν προβληθεί ακόμα; Ε; Εεεε;

3. Καθαρίζεις στοιχειωδώς πριν έρθουν. “Στοιχειωδώς” για το γονιό (τη μάνα βασικά) είναι να έχεις γυρίσει το σπίτι ανάποδα, να έχεις τρίψει δυο φορές τους τοίχους με χλωρίνη, να έχεις τινάξει όλα τα χαλιά, τα έχεις γλύψει τα σοβατεπιά και να έχεις αλφαδιάσει όλα τα t-shirts στις ντουλάπες. Κι επίσης, να έχεις τακτοποιημένα τα ξεσκονόπανα ανά χρώμα, στο ειδικό ξεσκονοπανοσύρταρο.
Εδώ υφίσταται ένα αδιέξοδο, απλά θα μειώσεις την ένταση της ατάκας που θα φύγει από τα χείλη της μάνας μόλις πατήσει τακούνι στο κατώφλι: “ΠΩΣ ΖΕΙΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΕΔΩ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΡΩΜΑ”.
Έτσι κι αλλιώς, θα τ’ ακούσεις dolby για την καθαριότητα, δε μπα να ‘σαι υπάλληλος του υγειονομικού, παρθένος με ωροσκόπο παρθένο, αντιπρόσωπος της Dettol στην Ελλάδα.
Για τη μάνα σου είσαι πάντα ΜΠΙΧΛΑΣ, ΒΡΩΜΙΑΡΗΣ, κι αλίμονο σ’ αυτή/ον που θα σε πάρει, ει δυνατόν σύντομα, “να ησυχάσω, Παναγία μου από σένα”.

4. Πάρε ωτασπίδες σιλικόνης. Όχι κέρινες. Σιλικόνης. Τις σκληρές, σαν αυτές που παίρνεις για το στρατό. Ειδικά αν το σπίτι όπου μένεις μόνος σου δεν είναι σαν την έπαυλη των Δράκων, να χάνεται ο θόρυβος ανάμεσα στους αναρίθμητους παγερούς τοίχους. Γιατί αλλιώς, μην περιμένεις να κοιμηθείς οκτάωρο. Ούτε επτάωρο, μη σου πω. Είναι πάγια συνήθεια γονιού να σηκώνεται τ’ αξημέρωτα, είτε γιατί έχει “πολλές δουλειές, πολλές δουλειές”, είτε γιατί το βρίσκει μάταιο να ροχαλίσει μισή ώρα παραπάνω, είτε γιατί πρέπει τέλος πάντων να γίνει ένα τεστ DNA αναμεταξύ σας, γιατί δεν είναι δυνατόν όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας να κοιμάστε κατά μέσο όρο 15 ώρες τη μέρα κι οι γονείς να κάνουν λαμπρή καριέρα ως γαλατάδες.
Κι αν ξυπνήσουν, φυσικά δε θα καθίσουν σε μια γωνίτσα να δουν Λυριτζή – Οικονόμου (ή αν είσαι από τους τυχερούς, που οι γονείς σου το κάνουν αυτό, θα βάλουν την ένταση στα τέρματα), αλλά θα σηκωθούν να ξεκινήσουν τις δουλειές. Σκούπα, παρκετέζα, αυτή η άλλη η μαλακία που πετάει ζεστό ατμό και σκοτώνει από ακάρεα μέχρι καλαζάρ, τόρνος, μίξερ, γκριλιέρα, ό,τι μπορεί να κάνει φασαρία θα μπει in motion, πάει και τελείωσε.
Και μόλις σηκωθείς και πεις με μισό μάτι και τη ρόμπα ξεκούμπωτη “μέραααα”, θα σου πουν “σε ξύπνησα; Δε σε ξύπνησα, ήσυχη ήμουν”.
Ενώ αν φοράς την ωτασπίδα σιλικόνης, δε θα περνάει τίποτα στο τούμπανο, οπότε δε μπα να τρίψει και τα μάρμαρα, χέστηκες κι η βάρκα έγειρε.  

5. Άσε μερικά σκόρπια φρούτα στη φρουτολεκάνη, να φαίνεται ότι τρέφεσαι σωστά. Και κανα δυο πακέτα όσπρια στο ντουλάπι, για τον ίδιο λόγο. Αν σε ρωτήσουν “τί τα θες τόσα λάιμ και τόσο δυόσμο”, πες ότι το λάιμ είναι αντιοξειδωτικό και το πίνεις με χλιαρό νερό κάθε πρωί, σαν τη Σαμάνθα στο Σεξενδεσέρε και ότι το δυόσμο τονε βάνεις στους κιοφτέδες. Κι εννοείται ότι παίρνεις τα διαφημιστικά από τα ντελιβεράδικα και τα φυλάς στο γραφείο. Για να εξαφανίσεις κάθε υποψία σαβουροφαγίας (“εγώ, σιμπλεμπέργκερζ; Ούτε να μου το δούνε. Μπρόκολο και πάλι μπρόκολο”).

6. Αν είσαι φοιτητής, κάνε το γραφείο πουτάνα με σημειώσεις, βιβλία, κώδικες, σχεδιαγράμματα, εγκυκλοπαίδειες, κάρτες από βιβλιοθήκες, motivational books για όσους θέλουν να πάρουν Νομπέλ. Να φαίνεται η μελέτη η βαριά, να σιγουρευτούν ότι τα λεφτά τους δεν πάνε στις καϊπιρίνιες και στα ταξιά Γκάζι – Καισαριανή βράδυ παρά βράδυ.

7. Ετοιμάσου ν’ ακούσεις ΟΛΕΣ τις άσχετες ιστορίες/περιπέτειες της περιφερειακής οικογένειας και να συγκατανεύσεις με ύφος “ναι μωρέ τί έπαθε ο κακομοίρης ο κουμπάρος που του ‘σκασε ο θερμοσίφωνας” (ενώ από μέσα ψιθυρίζεις: “καλά να πάθει ο κωλόγαυρος, που μου ‘χει πει μια φορά σ’ ένα ντέρμπι μεταξύ μας “τρία θα σας ρίξουμε” κι ήμουνα μόνο δεκατριώ και δεν είχα καταλάβει ότι μ’ είχε βρίσει”).

8. Ξέχνα τη δυνατή μουσική για μερικές μέρες. Εκτός αν ο πατέρας σου είναι ο Χάκος Περβανίδης ή παλιά ήταν φωνακλογκρούβαλος ή έπαιζε ούτι στο παραδοσιακό συγκρότημα του Φυσικού Αθηνών. Κάνε τ’ ακουστικά δεύτερή σου φύση κι αν σε ρωτήσουν “τί τους θες τους διαόλους όλη μέρα στ’ αυτιά σου;”, απάντησε ένα “ακούω Ρίτσο ν’ απαγγέλλει Ρίτσο”. Κι εκεί θα τους κοπεί η κουβέντα.

9. Έχε το νου σου στα πράγματά σου. Κάνε μια χαρτογράφηση πριν έρθουν, εν ανάγκη βγάλε και φωτογραφίες ντουλάπια, ντουλάπες, συρτάρια (τα εσωτερικά τους), για να θυμάσαι πώς τα ‘χες. Διότι μόλις γυρίσεις κι έχει βάλει το χεράκι της η μάνα σου δε θα βρίσκεις ούτε βρακί. Ή μάλλον θα το βρίσκεις, αλλά εκεί που είχες π.χ. τα βιβλία της στατιστικής. Τα βιβλία της στατιστικής θα τα βρεις δίπλα από τα spare πλακάκια στο συρτάρι και τα CD που ακούς την ώρα που κάνεις γιόγκα στα σκουπίδια, γιατί θα βάλει να τ’ ακούσει και θα σου πει “κάτι γκλιν γκλον άκουγα και είπα ‘χαλασμένο θα ‘ναι μωρέ” (διότι για την ελληνίδα μάνα μουσική είναι πρωτίστως ο Τόλης ο Βοσκόπουλος).
Εγώ π.χ. από του χάροντα τα δόντια γλίτωσα την κούπα της Λίβερπουλ, που ήθελε, λέει, να τηνε πετάξει, γιατί ήταν λίγο σπασμένη στην άκρη. (Μολόγα ότι είσαι Μάντσεστερ, σαν τον πατέρα μου, να τελειώνουμε.)

10. Άσε τη μάνα να ξανακρεμάσει όσα κάδρα έχεις βαρεθεί να βλέπεις πιο πολύ από τη διαφήμιση του πρίτυ μπρα. Τα ξανακρεμάς μόλις φύγει. Επίσης, άσε τον πατέρα να κουβαλήσει στο σπίτι όσες εξάδες εμφιαλωμένα νερά θέλει. Κι όσους τενεκέδες λάδι. Κι όσα ρολά κωλόχαρτο. Και γενικά ο,τιδήποτε. Οι καιροί είναι δύσκολοι, μπορεί να χάσεις καμιά δουλειά και να πρέπει να φας τις οικονομίες σου στα αντικαταθλιπτικά. 

11. Συμφιλιώσου με το θέμα “σκούπα“. Ό,τι κι αν κάνει, ό,τι κι αν σου υποσχεθεί (η μάνα όλα αυτά), στον Άγιο Φανούριο να ορκιστεί, στα κόκαλα του Υβ Σεν Λωράν, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βάλει σκούπα 18 φορές την ημέρα. Μόλις δηλαδή ακούς καλώδιο να σέρνεται, θα σε πιάνει σύγκρυο. Ξεπέρασέ το και τράβα μια βόλτα μέχρι το ψιλικατζήδικο, να πάρεις μια τριντέντ. Με το που θα ξαναμπείς, βέβαια, στο σπίτι, θα σου πέσει μια κλωστή απ’ το μπουφάν και θα τρέξει σαν τον Γκοστμπάστερ πάνω σου να τηνε ρουφήξει, και την κλωστή κι εσένα μαζί.
Μας έκαψε ο Hoover, αυτό ξέρω εγώ.

12. Αν τύχει να έχεις οικογενειακή υποχρέωση (κηδεία, μνημόσυνο, γάμο, αρραβώνα, στέψη βασιλιά, σε περίπτωση που είσαι βέρι χάι κλας), να είσαι διακριτικός/ή σε βαθμό όσο κι αν σε τρώει να μάθεις “ποιά είναι αυτή η γριά απέναντί σου που σε θυμάματι από τόοοοσο πιτσιρίκι και σε ρωτάει πού σταδιοδρομείς τώρα”, για κανένα λόγο μη ρωτήσεις γονιό για την ταυτότητά της. Πιο εύκολα  θα κατανοήσεις το γενεαλογικό δέντρο των Αψβούργων (και θα σου χρησιμεύσει και σ’ ένα σέσσιον του τρίβιαλ μια μέρα).

Σε γενικές γραμμές αυτά, εγώ θα πρότεινα να μη σηκώσεις ούτε ποτήρι από το σαλόνι ως το νεροχύτη, να μη στρώσεις καμία μέρα το κρεββάτι σου, να τους παίξεις ένα δίσκο Κόρε.Ύδρο., να σου ξεφύγει ένα “ζωή να ‘χεις, αλλά είσαι πολύ κουραστικός άνθρωπος” (τα credits στην @iokastita), να τους δώσεις να διαβάσουν το τελευταίο σου πνευματικό πόνημα και να τους πείσεις ότι είσαι πια τριάντα και ότι καλό είναι να έρχονται σπίτι σου για βόλτα κι όχι για φασίνα.
Τους αγαπάς και σ’ αγαπάνε έτσι κι αλλιώς, αφήστε τις σφουγγαρίστρες και τα σήριαλ και πάτε μια βόλτα στο Λυκαβηττό. Ή στη Βουλιαγμένη, να θυμηθούνε το πάρτι του Κηλαηδόνη.
Κάπου που να μην έχει ηλεκτρικές σκούπες, τέλος πάντων.

(Αν σώνει και καλά πρέπει να ‘χει κάτι ηλεκτρικό, ας είναι κιθάρες. Καλή λύση είναι το “Αν” π.χ.)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s