Μερόνυχτα στο Παρίσι.

Ντίαρ ολ,

Είτε σας άρεσε ως ταινία, είτε όχι, τα πρώτα 4 λεπτά του Midnight in Paris(3:16 για την ακρίβεια, μετά αρχίζει να παραληρεί ο Γουίλσον αναπαράγοντας τα αυτονόητα) είναι αξιολάτρευτα “παριζιάνικα” και corny, γιατί (και) έτσι είναι αυτή η πόλη και “σ’ όποιον αρέσουμε, για τους άλλους δε θα μπορέσουμε,
να πάτε στη Βαρκελώνη οι haters, να θαυμάξετε το γκρούβαλ-σικ“. 

Μετά λοιπόν από πολλά χρόνια (3 κυβερνήσεις είχαν ανεβοκατεβεί στο ενδιάμεσο), πήγαμε το σ/κ με τον Α στο Παρίσι, την πόλη του φωτός, του γεφυριού, του μακαρόν, του πηγουνιού της Καγλαμπγρουνί (μια λέξη η πρώην πρώτη κιουγία).

Ο καιρός ήταν κρύος και φωτεινός, με την εξαίρεση της πρώτης μέρας, που είχε μερικά γκρι σύννεφα με απροσδιόριστα patches  ώχρας, κατάλληλα για να ατενίσεις τον παρισινό ουρανό και να συνειδητοποιήσεις τί έβλεπε ο Ουγκώ(ς) και συνέγραφε κατόπιν αυτά τα έπη.  

Μείναμε στην αγαπημένη μου γειτονιά (καρδούλες), το Marais, κοντά στο δημαρχείο (καημένε Αβραμόπουλε, νόμιζες πως ήσουν δήμαρχος με το δίπατο στην Κοτζιά) και σε απόσταση 10 λεπτών από το Centre Pompidou. 

Ο δρόμοι γύρω απ’ το ξενοδοχείο ήταν γεμάτοι με βιντατζάδικα, σουσάδικα και – φυσικά – καφέ, μπιστρό, φούρνους, φούρνους, φούρνους, φούρνους, στάρμπακς, φούρνους, Χριστέ μου, πόσο ωραίοι οι φούρνοι σ’ αυτή την πόλη. 

Την πρώτη φορά που καθίσαμε να φάμε κάτι ελαφρύ (σούπα με γογγύλια και κροκ μεσιέ), πετύχαμε έναν σερβιτόρο τόσο συλλεκτικό, τον οποίο η Panini όφειλε να αναπαράξει σε ξύλινη μινιατούρα και να διαθέσει πρώτο στην ενοποιημένη συλλογή “idiosyncratic Parisian waiters and Greek taxi drivers“.  

Πέρα από το ύφος, το ανεπαίσθητο ντακφέις στο αεροπλανικό κράτημα του δίσκου και τα νεύρα από οκτώ χρονώ παιδί, όταν ακόμα έπαιζε μπάλα στις αλάνες του Clichy, ο σερβιτόρος είχε να επιδείξει και ιδιαίτερες χορευτικές ικανότητες, ειδικά στη γαλλική r’n’b, που είναι τουλάχιστον αντάξια της μέσης μουσικής επένδυσης στη μέση λουστραρισμένη καφετέρια των Άνω Πατησίων. 

Πήρε παραγγελία, χόρευε. Πήγε στο μπαρ την παραγγελία, χόρευε. Έφερε το φαΐ, χόρευε. Σέρβιρε το κρασί, πήγε πρώτα να βάλει στον Α, έβγαλε ένα πνιχτό “Oh la la!”, ίσιωσε το λαιμό του μπουκαλιού σε κλάσματα των κλασμάτων του δευτερολέπτου, σέρβιρε την κυρία (εγώ είμαι αυτή, μη γελάτε ρε), απομακρύνθηκε, χόρευε.
Όσο δε σέρβιρε, χόρευε. Όταν έφερε το λογαριασμό, χόρευε. Στον ύπνο του, χόρευε. 
Το Λύκειο των Ελληνίδων (primitive μόρφωμα του Dancing with the Stars) έχασε ένα μεγάλο δάσκαλο. 

Γενικώς ως προς το φαΐ, να ‘ναι καλά οι Γάλλοι που αγαπούν το σπορ, ευχαριστηθήκαμε ό,τι κι αν δοκιμάσαμε “για τη γεύση μωρέ, να δούμε πώς το φτιάχνουν εδώ” (=χλαμπουνιάσαμε ανελέητα διότι ξέραμε ακριβώς πώς το έφτιαχναν εκεί). 
Φοβερή έκπληξη τα σουβλάκια μιξ γκριλ στο γιαπωνέζικο κάτω απ’ το ξενοδοχείο. Μανιτάρια, κοτόπουλο-τυρί, κοτόπουλο μπουτάκι, μοσχαράκι και κεφτέδες, σε γλυκόξινη σάλτσα (η ζάχαρη είχε αρπάξει ακριβώς εκεί που έπρεπε και όλα ήταν τόσο βουτηγμένα και λουκουμένια).

Βέβαια, επειδή είμαστε άνθρωποι ευάλωτοι, κι αυτό επειδή έχουμε παιδεία (έχουμε διαβάσει μέχρι και Κρυστάλλη από τα άπαντα Φυτράκη), πήγαμε και στα μουσεία, δεν τρώγαμε όλη μέρα (στα ενδιάμεσα των μουσείων μόνο).

Στο d’ Orsay κατάφερα να δω τον υπόλοιπο Monet που δεν είχα δει φέτος, ενώ είχε έκθεση “Ιμπρεσσιονισμός και μόδα“, δηλαδή ούτε παραγγελία να την είχα κάνει. Δυστυχώς δεν επιτρεπόταν οι φωτογραφίες, αλλιώς ακόμα εκεί θα ήμασταν.
Είχαν βγάλει βόλτα τα μισά δημοτικά σχολεία του Ιλ ντε Φρανς, ξάπλωναν τα 6χρονα μπροστά από ένα πίνακα, τους μιλούσαν οι δασκάλες για τα χρώματα και τις αντιθέσεις και τους έδιναν να ζωγραφίσουν ό,τι καταλάβαιναν. 
Κι εμάς μια φορά μας είχαν πάει με το σχολείο στην Κνωσό, ωραία, αλλά πολλή ζέστη, την περισσότερη ώρα την περάσαμε στο παγωτατζήδικο απέναντι. Μια διαφορά κουλτούρας υπάρχει, όσο να πεις. 

Επίσης, μετά το συγκεκριμένο μουσείο αποφάσισα ότι οι πίνακες του Σεζάν είναι σαν τη Μαρία Χούκλη: πολύ πιο ωραίοι από κοντά. 

Πήγαμε επίσης στο Grand Palais, που είναι τόσο grand όσο το Διογένης Παλλάς στα mid-80s (και πιο grand μη σου πω, που μέχρι πρότινος αν μιλούσαμε για grandeur, το “Διογένης” μου ‘ρχόταν στο μυαλό, σχεδόν αποκλειστικά).
Εκεί απέξω περιμέναμε σχεδόν μια ώρα για την έκθεση του Hopper. Φυσικά και άξιζε η αναμονή, καθόσον το έργο του Hopper ενέχει πάνω απ’ όλα έκδηλη τη συγκίνηση του καλλιτέχνη για τις διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, στο αστικό και μη περιβάλλον. Η συγκίνηση αυτή και η προσεκτικά στημένη τρυφερότητα μεταδίδεται και στα αντικείμενα, τα κομμάτια του τοπίου και τα άψυχα κτίρια, τα παράθυρα, τις αντλίες βενζίνης, τους τοίχους. 
Να χαθεί ο μπαγάσας, έχει το πιο ωραίο γαλάζιο της θάλασσας του 20ού αιώνα. 



Η μεγάλη αποκάλυψη στο θέμα “μουσείο” ήταν βέβαια το μουσείο Rodin. Πρόκειται για το σπίτι του καλλιτέχνη, ένα απλό δίπατο δίπλα από την περιοχή Invalides, μέσα σ’ έναν, αχέμ, λειτουργικό κήπο (ήθελα να πω ΤΕΛΕΙΟ, αλλά θα βάλω τα κλάματα αν τον ξανασκεφτώ). 
Έχει σχετικά λίγα εκθέματα, αλλά εκεί δεν πας για την ποσότητα. Πας για την ποιότητα και για την περιπλάνηση εις τους κήπους και την ανίχνευση κούνελων και τρυπών στα δέντρα, για long distance τσουλήθρα, όπως η Αλίκη. 

Ξαναγυρνώντας στο θέμα “φαΐ”, που είναι και η φυσική ανθρώπινη ροπή, τώρα που τα λέμε όλα, να τονίσω το πόσο ωραίο είναι το Σαν Ζερμέν ντε Πρε το βράδυ, διότι μέχρι πρότινος είχα πάει μόνο για καφέ στο Les Deux Magots, ως διανοούμενη κι εγώ, και είχα αγνοήσει αυτή τη δυνατότητα στη συγκεκριμένη γειτονιά: 
μπριζολίτσα bien cuit, με όσο αιματάκι πρέπει μέσα, ίσα να γυρνάει σε απαλό φούξια η κορυφή του πουρέ. 



Βέβαια, πάνω και πέρα από τα μνημεία, τα μουσεία και το φαΐ, το Παρίσι σημαίνει ένα πράγμα: βόλτες. Όσο αντέχουν τα πόδια σου να περπατάνε. Γιατί η ψυχή σου αντέχει σίγουρα, θέλει όλο και περισσότερο να προχωρήσει, μέχρι να έχει βουτήξει σε κάθε στενό.

Είναι μια θάλασσα στην οποία θέλεις να πλατσουρίσεις (κατά προτίμηση με την αγαπημένη σου παρέα), μέχρι να περάσουν οι μέρες και ν’ αναγκαστείς να επιβιβαστείς στο τρένο για το αεροδρόμιο, με λίγα κιλά μακαρόν πάνω σου (άλλα ήδη σε λίπος, άλλα σε κουτί) και – κυρίως – με ένα κεφάλι ξεκούραστο κι ένα χαμόγελο απ’ το Παρίσι ως τα στενά της Μάγχης (και λίγο πιο πέρα). 


Κροκ Μαντάμ, η απλή βερσιόν, συνταγή για κυριακάτικα πρωινά 


4 φέτες ψωμί για τοστ
2 φέτες ζαμπόν, από το χοντροκομμένο, που το καταλαβαίνεις στο δάγκωμα
2 φέτες τυρί (Emmental ή άλλο που να λιώνει) και 
1 φλυτζάνι τσαγιού τυρί τριμμένο (ομοίως με πιο πάνω)
2 κ.σ. βούτυρο λιωμένο
2 αυγά και ελάχιστο λάδι ή βούτυρο

Βάζουμε το τυρί σε φέτες και το ζαμπόν ανάμεσα στις φέτες ψωμιού.
Αλείφουμε τις εξωτερικές πλευρές των τοστ με το βούτυρο.
Ψήνουμε τα τοστ σε ένα τηγάνι, μέχρι να πάρουν χρυσαφένιο χρώμα. 
Βάζουμε τα τοστ σε ένα ταψάκι (προσεκτικά, μην καούμε κι έχουμε άλλα).
Σκεπάζουμε με τριμμένο τυρί.
Τα ψήνουμε στο γκριλ για 2-3 λεπτά, μέχρι να λιώσει το τυρί.
Τηγανίζουμε σε ελάχιστη λιπαρή ουσία τα αυγά.
Τα τοποθετούμε πάνω στο τοστ.  
Σερβίρουμε. 

Στύψτε και κανένα χυμό, του πάει.
Αν βαριέστε, ανοίξτε ένα Beaujolais, κι ας είναι Κυριακή πρωί. 

Και μην ξεχνάτε τον Yves. 


Advertisements

One Comment Add yours

  1. Ανώνυμος says:

    Σας ζηλεύωωωω!!!
    Όλα είναι τόσο τέλεια στο Παρίσι, όπως τα περιγράφετε…!!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s