Τιτανοτεράστιο ποστ: γυναίκες, κόμικς και λογοτεχνία.

<!–[if !mso]>st1\:*{behavior:url(#ieooui) } <![endif]–>

Ντίαρ ολ,
Μετά τις κατηγοριοποιήσεις του ποστ «σεντόνι-μαξιλαροθήκη-κάλυμμα», σχετικά με τα αντρικά αναγνώσματα και τις κατηγορίες του «ισχυρού φύλου», ήρθε η ώρα να πιάσω στο στόμα μου και το «αδύναμο» φύλο. Διότι πάνω απ’ όλα πρέπει να είμεθα δίκαιοι και να λέμε αλήθειες, σύμφωνα με όλα όσα μας έχει μάθει ο Χριστόφοροςστα δεκαπέντε περίπου χρόνια της επιτυχούς τηλεοπτικής του πορείας.
Έστειλα λοιπόν ένα σύντομο ερωτηματολόγιο σε πολλές, πολλές γυναίκες διαφόρων ηλικιών – που δε μπορώ να σας αποκαλύψω, γιατί οι γυναίκες δε λένε γενικά την ηλικία τους και μπορεί να φάω ξύλο. Η κατηγοριοποίηση με βάση τα αναγνώσματα και τα θεάματα ήταν καταφανώς δυσκολότερη από την περίπτωση των αντρών. Θες επειδή η geek-οσύνη είναι κυρίως αντρικό χαρακτηριστικό και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ρεύμα στο συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας στις γυναίκες, θες επειδή έχουμε τα νεύρα μας λίγο πιο συχνά και αντιδράμε διαφορετικά από τους άντρες, σε κάθε περίπτωση οι κατηγορίες δεν ήταν προφανείς (όπως και τίποτα δεν είναι προφανές με τις γυναίκες, ας το παραδεχτώ εκ μέρους όλων – έρχεται το ξύλο, το νιώθω).
Τα συμπεράσματα αυτής της πολύμηνης έρευνας, που έπεσε πάνω στις διακοπές και τον τυφώνα των «Πενήντα Αποχρώσεων του Γκρι» είναι τα παρακάτω:
Κατηγορία 1η:
«Με φάγανε τα κυκλώματα, τώρα θα ήμουν φιλόλογος διορισμένη με οργανική θέση στην Κυψέλη, πάνω απ’ το σπίτι μου»
Όπου «κυκλώματα», οι γονείς που ήθελαν να την κάνουν ενδοκρινολόγο/ οδοντίατρο/ μηχανικό, κάτι πιο «γκράντε» στο μυαλό τους. Ως εκ τούτου, το κοριτσάκι είχε ανάγκη να ξεσπάσει και μόλις δήλωσε δέσμη/κατεύθυνση κι άρχισε να διαβάζει αυτούς τους ακατανόητους εντός ύλης αριθμούς, αποφάσισε ν’ αφιερώνει τον – όποιο ελεύθερο χρόνο της απέμενε – στη λογοτεχνία.
Η αρχή:
«Τα Ψηλά Βουνά», του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Δευτέρα δημοτικού, το πρώτο μεγάλο ανάγνωσμα, μετά τα παραμύθια του Αισώπου. Ήθελε η έρμη να ‘ναι κι αυτή με το σχολείο πάνω στα βουνά της Ευρυτανίας, με τον τσέλιγκα Γεροθανάση, να κάνει την τσελιγκοπούλα Γεροθανάσαινα (το σχολείο του βιβλίου ήταν αρρένων, δε μπορούσε να συμμετέχει στην εκδρομή ως μαθήτρια).
Σε κάθε βόλτα στα μαγαζιά, τα υπόλοιπα κοριτσάκια ήθελαν ν’ αγοράσουν παιχνίδια, ενώ αυτές έσερναν τη μάνα τους απ’ το μανίκι για να πάνε στο βιβλιοπωλείο. Συχνή ατάκα γονιού σ’ αυτές τις εξορμήσεις κάτω από τα ράφια: «Όχι αυτό, χρυσό μου, είσαι μικρή ακόμα». Μικρό είναι το μάτι σου, που δε μπορούσε δηλαδή ένα παιδί έντεκα χρονών να διαβάσει Ντοστογιέφσκι. Τέτοια κάνουν οι πιο νέοι γονείς και σήμερα έχουν καταλήξει οι έφηβοι ν’ ακούνε Vegas και Φουρέιρες (να διαβάζουν, ούτε λόγος).
Σε κάθε επίσκεψη σε φίλους, όλα τα παιδάκια περιτριγύριζαν το τραπέζι με τα γλυκά, ενόσω αυτές ήταν κολλημένες στη βιβλιοθήκη, με ελαφρύ νευροκαβαλίκεμα από τη δεξιά πλευρά του λαιμού, όπως τον στράβωναν για να διαβάσουν τους τίτλους των βιβλίων.
«Δεν τρώγεται, χρυσό μου, ο Μπωντλέρ, έλα να σερβιριστείς». Νομίζεις.
Η συνέχεια:
Στην εφηβεία το ‘ριξαν στους Γάλλους ποιητές (απ’ το πρωτότυπο, φυσικά), ποτάμια τα δάκρυα λόγω του ανεκπλήρωτου έρωτος για τον αρχιμάγκα του Γ4 – τί λυσσάς, κοριτσάκι μου, αφού δεν κάνει για σένα, αυτός νομίζει ότι ο Απολλιναίρ είναι ζαχαροπλαστείο στην Αργυρούπολη. Φυσικά και ήταν ερωτευμένος μαζί τους ο απουσιολόγοςτου ίδιου τμήματος, αλλά τότε αυτόν με τα μεγάλα κοκάλινα γυαλιά δεν τον λέγαμε «χίπστερ», αλλά «φύτσουλα».
Κόμικς βέβαια δεν πολυδιάβαζαν, εκτός αν έβρισκαν κανέναν Αστερίξ ή Τεν Τεν στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Από το πρωτότυπο, φυσικά (μα τί ερώτησις).
Μέχρι να περάσουν στο πανεπιστήμιο, είχαν διαβάσει κάθε γωνιά του «Ελευθερουδάκη», είχαν πιάσει σχέσεις με τον υπεύθυνο προμηθειών και είχαν μουτζωθεί τουλάχιστον δύο φορές για τον επαγγελματικό προσανατολισμό που είχαν διαλέξει.
Η τελική επιρροή – γενικά χαρακτηριστικά:
Μόλις πήραν το πτυχίο τους και οι εξισώσεις θάφτηκαν κάπου ανάμεσα στα σπαράγματα των ποιημάτων της Μάτσης Χατζηλαζάρου (έτσι θα το διατύπωναν αυτές), πήραν τηλέφωνο το μαραγκό, να τους φτιάξει άλλο ένα σετ ράφια, γιατί οι στίβες των βιβλίων προσέγγιζαν επικίνδυνα το ταβάνι. Ήρθε ο μαραγκός στο σπίτι, πήρε τα μέτρα και τους είπε με υφάκι ένα «κούκλα μου, άμα το μόνο που κάνεις είναι να γεμίζεις ράφια με βιβλία, μια μέρα θα γεμίσεις εσύ το ράφι». Ο μαραγκός ήταν ο πρώην μάγκας του Γ4. Εκεί τον ξεπέρασαν οριστικά. Δεν τον έβρισαν, παρότι του έβγαινε. Διότι τόση καλλιέργεια έχει πιάσει τόπο. 
Γλυκές υπάρξεις, ενίοτε αγγελοκρουσμένες, καμιά φορά πριν πέσουν για ύπνο αναπολούν τα παιδικά τους χρόνια (βιβλία, εννοώ), θυμούνται την αθώα εκείνη εποχή που διάβαζαν μπροστά από την τηλεόραση, την ώρα που έβλεπαν Κάντι Κάντι και σκεφτόταν πως, όταν μεγάλωναν, θα έγραφαν κι αυτές μια τέτοια ρομαντική ιστορία, με την ίδια κεντρική ηρωίδα. Ευτυχώς αυτό δε συνέβη κι ανθρωπότητα έμεινε χωρίς spin off της πιο εκνευριστικής ξανθής μπούκλας από καταβολής οξυζενέ.
Τις αγαπάμε γιατί:
Είναι αστείρευτες πηγές γνώσης και πάντα έχουν εκείνη τη σπάνια έκδοση του βιβλίου που παντού ψάχνουμε και πουθενά δε βρίσκουμε. Επίσης, πάντα μας βοηθάνε όταν θέλουμε να πάρουμε βιβλίο για δώρο.
Καμιά φορά δεν τις συμπαθούμε γιατί:
Δε βρίσκουμε ΠΟΤΕ κάτι που να μην έχουν διαβάσει κι άλλα δώρα δεν τους αρέσουν τόσο, όσο σ’ εμάς τις πιο επιφανειακές (μια σκιά, μια μάσκαρα, μια θαλασσοθεραπεία, μια βαφλιέρα).
Κατηγορία 2η:
Ρόδα, manga και κοπάνα.
Απ’ όλα έχει ο μπαξές, αστυνομικά, κατασκοπευτικά, σφαίρες, σκοτωμούς, νεράιδες, ork, μικρούς πρίγκιπες, το Νίτσε που πλάνταξε στο κλάμα, τα άπαντα του Neil Gaiman και του Σεφέρη, καθώς και κόμικς, πολλά κόμικς, κούτες ολόκληρες. Κλασική ατάκα μάνας: «πού θα τα βάλουμε, παιδί μου, τόσα μίκυ μάου;». Γιατί, τόσες φοντανιέρες που πας και μαζεύεις πού ακριβώς τις έχουμε βάλει;
Η αρχή:
«Τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ως περιπετειώδειςτύποι, ήθελαν να έχουν ντυθεί αγοράκια και να έχουν ανέβει στο βουνό με το σχολείο, να μαζεύουν κλαδιά, να στήνουν σκηνές, να κυνηγάνε βίσωνες, να οργανώνουν τσουβαλοδρομίες και το βραδάκι να ρίχνουν κι ένα στιφάδο στη φωτιά, για να ταΐσουν τριάντα άτομα. Γιατί ήταν πάντα και ροκ και νοικοκυρές, σαν το συχωρεμένο το Freddie στο «I want to break free».
Τα Χριστούγεννα οι γονείς τους αγόραζαν τις παιδικές σειρές μυστηρίου, για να μη βλέπουν μόνο Σκουμπιντού και νομίζουν ότι μιλάνε οι σκύλοι. Δεν κρατούσαν πάνω από τρεις μέρες οι πέντε τόμοι. Όταν κατάλαβαν πόσο γρήγορα διάβαζαν, τα σκασμένα, άρχισαν να τους αγοράζουν Tolkien, που είναι, όσο να πεις, πιο μπαμπάτσικα, οπότε δεν έτρεχαν κάθε τρεις μέρες στα βιβλιοπωλεία και πού να παρκάρεις το χιουντάι, χρονιάρες μέρες, όλοι έξω.
Η συνέχεια:
Στο γυμνάσιο το ‘ριξαν στο scifi και στη φαντασία γενικότερα, γιατί η καθημερινότητα παραήταν πεζή. Πλέον πήγαιναν μόνες στο βιβλιοπωλείο, καβάλα στο μηχανάκι: «κυρ-Σωτήρη, θέλω κάτι με δράκους, κάστρα, πολιορκίες, ξέρεις εσύ».
Στ’ αγόρια φαινόταν κάπως παράξενες, διαφορετικές από τις υπόλοιπες συμμαθήτριές τους. Και βασικά τους δανείζονταν τα κόμικς, επειδή είχαν άπειρα. Είχαν πολλούς άντρες φίλους, οι μισοί τις είχαν ερωτευτεί κι ας μην έβγαζαν ακόμα το μουστάκι τους, καθόσον τα εφηβικά αθώα μάτια των αγοριών έβλεπαν τη νεράιδα πίσω από το δράκο.
Μεγάλο θέμα με τους δράκους, δέκα δέκα οι μινιατούρες, πολλά μίνι τζάρτζαλα γενικώς, τη μισή εφηβεία την πέρασαν ξεσκονίζοντας το δωμάτιό τους. Την άλλη μισή κλαίγοντας πάνω απ’ το «Κοράκι». Μπούκαρε η μάνα τους στο δωμάτιο «σταμάτα, παιδί μου, να τα διαβάζεις αυτά, δε θα σε θέλει κανείς, όταν μεγαλώσεις, τόσο που σ’ αρέσουν οι δράκοι». Ενώ όταν τα διάβαζε ο γιος τους, ήταν μια χαρά βιβλία. 
Η τελική επιρροή – γενικά χαρακτηριστικά:
Με τον ελεύθερο χρόνο τους μοιρασμένο ανάμεσα στο πλέι στέισο και την ανάγνωση (και κανένα φραπέ στην πλατεία, για να ξεμπουκώσει το ταϊφούν στη διαδρομή), η ενήλικη ζωή τους συνεχίζεται πάνω κάτω όπως ήταν πριν την ενηλικίωση. Οι μινιατούρες έχουν μπει σε κουτιά, εκτός από τις δυο πιο ωραίες, που κοσμούν το σκρίνιο, δίπλα απ’ τα κλουαζονέ.
Στο υπνοδωμάτιο έχουν ακόμα το φωτόσπαθο, κάπου κάτω από το μπουφάν της μηχανής, σε απόσταση άμεσης πρόσβασης, πάντως. Και μίνι Τσουμπάκα – κουκλάκι.
Ευτυχώς η φανατική παρακολούθηση της Κάντι Κάντι δεν τους άφησε κανένα κουσούρι. Ή σχεδόν κανένα, γιατί με το που έγινε η αρχικλάψα, νοσοκόμα στον Παγκόσμιο Πόλεμο, κάτι σκίστηκε μέσα τους και την κατασυμπάθησαν σε βαθμό να τη θεωρούν και πρότυπο για την καλοσύνη(= μαλακία) της.
Ο δυναμισμός ξεχειλίζει, επαναλαμβάνω, παρά τη μουροχαβλίαση που εξέπεμπε σε επικίνδυνες για τον άνθρωπο ποσότητες η μικρή οθόνη, όταν έβλεπαν τη Χαζοχαρούμενη Ξανθόψειρα. Βάζουνε κάτω δέκα άντρες στο DIABLO, αλλά παραμένουν ευαισθητούλες (ένεκα ο Γιάλομ και η εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχή).
Τις αγαπάμε γιατί:
Κατάλαβαν πολύ νωρίς ότι σημασία δεν έχει ο πρίγκιπας, αλλά ο δράκος. Μισούν την Πολυάννα. Έτσι τους συγχωρούμε και τη λατρεία στην Ξανθιά Μυξιάρα Μπούκλα.
Καμιά φορά δεν τις συμπαθούμε γιατί:
Πετυχαίνουν πάντα το στιφάδο. Γιατί όχι εμείς, ε; Εεεε;



Κατηγορία 3η:
«Δέκα και καλά ανά έτος»
Δεν είναι (πια) βιβλιοφάγοι, κυρίως γιατί δεν προλαβαίνουν. Έχουν δουλειές, πώς το λένε. Έχουν καεί και λίγο από τα σόσιαλ μύδια, πολύ θέλει ο άνθρωπος να τρώει τη μισή μέρα στο τουήτερ και το φέισμπουκ και το τουμπουλουρού και το πίντερεστ και το προσωπικό του σάιτ. Να μη μάθουν τί κάνουν οι φόλοερς και πώς πάνε από υγεία; Γαϊδουριά είναι…
Η αρχή:
«Τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. «Καλό μωρέ, αλλά δε θα ‘θελα το παιδί μου να το διαβάσει, προτιμώ τον Lewis Carroll γι’ αυτές τις ηλικίες». Δεν τους είχε αγγίξει η εκδρομή των παιδιών και το interaction με τον Τσέλιγκα Γεροθανάση.
Enid Blyton κι άγιος ο Θεός. Τους άρεσε να λύνουν μυστήρια. Πετούσαν βελάκια στα εξώφυλλα της «Πολυάννας», που δεν ήταν καθόλου μυστηριώδης τύπος.
Η συνέχεια:
Στην εφηβεία ανακάλυψαν τον Έκο και τους Γάλλους κλασικούς, οπότε επέλεγαν με πολύ μεγάλη προσοχή ποιο έπος θα ξεκινούσαν να διαβάζουν. Κάπως έτσι τους έμεινε και η συνήθεια να διαβάζουν λίγα βιβλία το χρόνο, με αργό ρυθμό, για να τα απολαμβάνουν – κατά δήλωσή τους – περισσότερο.
Μεγαλύτερες ανακάλυψαν τα saga, όπως το Twilight και ενέδωσαν, γιατί τους αρέσει αυτό που είναι σε συνέχειες, γιατί στην πραγματικότητα δεν θέλουν να τελειώσει ποτέ το ρημάδι το βιβλίο, γιατί αν τελειώσει πώς θα το απολαμβάνουν μετά, μέχρι να μπουν στο πνεύμα του επόμενου;
Η τελική επιρροή – γενικά χαρακτηριστικά:
Στο πανεπιστήμιο την καταβρήκαν με τα βιβλία αντικειμένου, ιδίως αν αυτό τους άρεσε, διότι μπορούσαν να τα ξεπετάνε πιο εύκολα απ’ ό,τι τα λογοτεχνικά. Τότε ανακάλυψαν το θέατρο και ο Τενεσί Γουίλιαμς γνώρισε μεγάλες δόξες, διότι κάθε του έργο διαβαζόταν μόνο μέσα σε δύο βδομάδες. Μακάρι να ζούσε να τις έβλεπε και να τις καμάρωνε, που στην περίπτωσή του δε χρειαζόταν μια ολόκληρη προεκλογική περίοδο για να ολοκληρώσουν μια πράξη.
Για να κοιμηθούν θέλουν να διαβάζουν φονικά και μυστήρια. Τις νανουρίζει, μωρέ. Στις δυόμιση σελίδες πάνω έχουν κουραστεί και μετά διαβάζουν καμιά ώρα τουήτερ timeline. Ζουν την πλοκή από κάθε βιβλίο που διαβάζουν. Σε βαθμό να φοβάσαι μην κάνουν καμιά μαλακία, ότι πέφτουν πάνω σε τρένο στο Σταθμό Λαρίσης, σαν την Άννα την Καρένινα. Είναι πολύ σοβαρές και focused στη ζωή τους, κι αυτό οφείλεται εν μέρει και στο ότι από πολύ νωρίς κατάλαβαν ότι η ξεπλυμένη κλαίουσα μπιρμπιλομάτα δεν ήταν υγιές πρότυπο για ένα κοριτσάκι, οπότε δεν ήταν σωστό ν’ ακολουθούν τις μεθόδους της για να προκόψουν στη ζωή (κλάμα, γκρίνια, κυνήγι του Άντονι, αποτυχία, κλάμα, γκρίνια, καλές πράξεις προς ανθρώπους που δεν το αξίζουν, κλάμα, γκρίνια, κλάμα, κλάμα, κι άλλο κλάμα, πλούσια Χαρτοποιία Θράκης).
Τις αγαπάμε γιατί:
Αν έχουν διαβάσει κάτι, σημαίνει ότι είναι αντικειμενικά καλό, έως και αριστούργημα της κλασικής λογοτεχνίας. Εντάξει, με μερικές εξαιρέσεις, ιδίως αν έχουν δηλώσει στο παρελθόν ότι αγόραζαν και Αστερίξ στα Ποντιακά, έτσι, για τη φάση.
Καμιά φορά δεν τις συμπαθούμε γιατί:
Κάνουν 500 χρόνια να τελειώσουν ένα βιβλίο και περιμένουμε εμείς να μας πουν αν τους άρεσε, για να το πάρουμε και ποτέ δε μας λένε και οι συζητήσεις μας περί λογοτεχνίας γίνονται αγγελοπουλικές.

Κατηγορία 4η:
Βαριέμαι, πάω για καφέ.
Βαριούνται. Γενικώς και ειδικώς. Στο δρόμο π.χ. βαριούνται ακόμα και να διαβάσουν τις ταμπέλες. Μη σου πω ότι βαριούνται να βγουν και στο δρόμο. Εκτός αν είναι να πάνε για καφέ. Συνήθως κάθονται σ’ ένα καναπέ/πολυθρόνα, παίζουν στο κινητό εκείνο το παιχνίδι που χαϊδεύεις το γατούλη τον Τομ και αναλογίζονται το πόσο πολύ βαριούνται.
Η αρχή:
Στο τέλος της δευτέρας δημοτικού η δασκάλα τους είπε να διαβάσουν υποχρεωτικά τα «Ψηλά Βουνά». Ναι, του Παπαντωνίου, το ξαναείπαμε. Ε, δεν το διάβασαν, γιατί βαριόταν. Όχι ότι είχαν να κάνουν κάτι, 7 χρονών κορίτσια. Ε, είχε και ζέστη μωρέ, πού να γυρνάς τώρα τις σελίδες, ιδρώνουν τα δάχτυλά σου.
«Και τί λέει αυτό το βιβλίο; Α, κάτι αγόρια που πάνε εκδρομή στο βουνό. Τί δεν πάνε στη θάλασσα; Δεν έχει μπρατσάκια και τέτοια; Τώρα βαριέμαι περισσότερο».
Η συνέχεια:
Μεγάλη βαρεμάρα σε γυμνάσιο – λύκειο. Κανένα περιοδικό πού και πού, τις εικόνες μόνο, καμιά εφημερίδα (αν και λερώνουν τα χέρια, οπότε άστο καλύτερα). Α, μια φορά διάβασαν και μια «Πολυάννα». Μάλλον αυτό που – η έτερη διάσημη ξανθιά χαζοχαρούμενη – παντρεύεται. Ή μαγειρεύει. Το ίδιο κάνει, βαριόταν και να παντρευτούν και να μαγειρέψουν.
Μερικές ίσως να διάβασαν και το Χάρι Πότερ. Επειδή ό,τι έχαναν από το βιβλίο, θα το έβλεπαν στο σινεμά, οπότε δε χρειαζόταν να είναι 100% προσηλωμένες.
Η τελική επιρροή – γενικά χαρακτηριστικά:
Σε κάθε γενέθλια κάποιος ανυποψίαστος ή κάποιος υποψιασμένος/αποφασισμένος να τις γλιτώσει από το πνευματικό τέλμα προς το οποίο βάδιζαν, τους έφερνε δώρο ένα – σχετικά εύκολο και οπωσδήποτε ενδιαφέρον – βιβλίο. Κατά την άποψή τους «όλοι οι άλλοι έφερναν, βέβαια, δώρα» (αθάνατη Μαρίνα Κουντουράτου). Το έπιαναν, το ξεφύλλιζαν, το τακτοποιούσαν στο ράφι κατά χρώμα (όλα κι όλα, δε φτάνει που πιάνουν το χώρο, να μην είναι και ωραία ως θέαμα;).
Από κόμικς, μόνο Άρτσι. Τα «μίκυ μάου» είχαν πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες και κάπως μπερδευόταν. «Ε, και βασικά, τώρα έχει ‘Δυο Ξένους’ και είναι το καλό το επεισόδιο, με το πάρτυ της Ντένης και βαριέμαι να διαβάσω».
Καμία Κάντι Κάντι, πολύ δάκρυ για τα γούστα τους. Και πολύ busy η οθόνη με την υδροκέφαλη κουάφ στο κίτρινο της ΑΕΚ.  
Από σπόντα, στις διακοπές, μπορεί και να έπαιρναν κανένα βιβλίο (μέσα από το πλοίο). Κοέλιο, κυρίως. Ενθουσιασμός με τον «Αλχημιστή». Τώρα δε θυμούνται την υπόθεση. Ευτυχώς, από μια άποψη.
Σημαντικοί χορηγοί καφετεριών και λοιπών κέντρων διασκέδασης, γιατί όταν είσαι για καφέ, με ένα μαγικό τρόπο, δε βαριέσαι, ρε παιδί μου. «Έχει φάση, πώς το λένε».
Τις αγαπάμε γιατί:
Ξέρουν όλους τους ιδιοκτήτες μαγαζιών, οπότε αν κυκλοφορείς μαζί τους, πάντα βρίσκεις τραπέζι και μάλιστα καλό.
Καμιά φορά δεν τις συμπαθούμε γιατί:
Βαριούνται και να μας μιλήσουν. Ακόμα κι αν είναι συγγενείς μας, δεύτερου βαθμού εκ πλαγίου. Αδέρφια μας, πώς το λένε. Γενικά μιλάω, δεν αναφέρομαι κάπου συγκεκριμένα.
 
Κατηγορία 5η:
Η περιέργεια σκότωσε τους γύρω τους.
Τρεις, άντε τέσσερις αγαπημένοι συγγραφείς και μετά το χάος. Ένας με δύο αγαπημένοι ποιητές. Τους διαβάζουν σε βαθμό εμμονής. Διαβάζουν βέβαια κι άλλους, αλλά πάντα ξεκινάνε με μισή καρδιά. Κολλημένες με τη μπάλα, φέρουν διαρκώς έναν επίπλαστο εκλεκτικισμό και δε διστάζουν να αποδώσουν από δω κι από κει χαρακτηρισμούς όπως «λογοτεχνικός Μπίθουλας». Γιατί (νομίζουν ότι) μπορούν.
Η αρχή:
«Τα Ψηλά Βουνά». Ναι, του γνωστού. Τί να κάνουμε, είναι το πρώτο μεγάλο παιδικό βιβλίο που έπεφτε στα χέρια ενός παιδιού. Περισσότερο τους άρεσαν οι σκηνές με δράση και λιγότερο οι περιγραφές των τοπίων. Τί να τις ένοιαζε πώς είναι τα κυπαρίσσια στην κεντρική Ελλάδα… Οι εξελίξεις είχαν σημασία.
Ο Ευγένιος Τριβιζάς και ο «τουνελόδρακος». Τα παραμύθια with a twist. Η Άλκη Ζέη και τα τρυφερά της αναγνώσματα.  
Τα κλασικά και τα μοντέρνα, αλλά ποτέ τα ενδιάμεσα, ποτέ τα νερόβραστα «γλυκούλικα».
Η συνέχεια:
Όσο μεγάλωναν, τόσο σκάλιζαν τις βιβλιοθήκες, του σπιτιού τους. Αλλά και των ξένων σπιτιών. Έκαναν λίγο παρέα στα κορίτσια της 1ηςκατηγορίας, που πιανόταν ο σβέρκος τους μπροστά στις ξένες βιβλιοθήκες.
Στην τρυφερή ηλικία των 11 διάβασαν Σταντάλ και τους ήρθε κάπως βαρύ. Ίσιωσαν με την αγγλική λογοτεχνία, και ιδίως με το Ρόαλντ Νταλ, καθώς και με τους πιο κλασικούς συγγραφείς. Ήταν τόσο ψωνάρες από μικρές, που νόμιζαν ότι κάποια στιγμή θα φτάσουν το λογοτεχνικό ύψος του Καζαντζάκη.
Έγραφαν δικά τους ποιήματα και πεζά σε όλο το γυμνάσιο και το λύκειο. Ποτέ δεν τα έδειξαν σε κανένα.
Κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια τους ένα βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη και για κανένα χρόνο φρίκαραν και δεν ξαναδιάβασαν τίποτα. Καμιά Σούπερ Κατερίνα μόνο, για να μη χάνουν επαφή με τα τεκταινόμενα. Και καμιά μαρή – κλαιρ, γιατί στο μεταξύ μεγάλωναν και τα άρθρα για τους Backstreet boys τους άναβαν τα λαμπάκια.
Από εκείνο το σημείο και μετά άρχισαν να διαβάζουν μόνο κλασικά βιβλία και «ό,τι δε θα μπορούσαν να έχουν γράψει αυτές». Ναι, οι ίδιες. Ναι, κλασική περίπτωση βλάβης.
Μέχρι τα 15 διάβαζαν σε καθημερινή βάση και όποια εγκυκλοπαίδεια είχαν στο σπίτι. Έτσι, για την αλητεία. Ξερόλες του ελέους, όλη η εφηβεία τους μια παρτίδα Trivial Pursuit.
Η τελική επιρροή – γενικά χαρακτηριστικά:
Η χρονιά που σημάδεψε τη ζωή τους ήταν εκείνη κατά την οποία διάβασαν για πρώτη φορά Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Οι πανελλαδικές (χολέρα) πλησίαζαν και ως εκ τούτου ο έρωτας δε μπορούσε να υπάρξει.
Μόνιμη σκέψη τους: «μα πώς τα γράφει έτσι ο κερατάς, εγώ πότε θα γίνω συγγραφέας;».
(Ποτέ, αλλά δε θέλω να σε πληγώσω)
Για να ξεχάσουν τον πόνο τους, το ‘ριχναν στις βιογραφίες και στους κοινωνικούς φιλοσόφους, που – κατά την «ταπεινή» τους άποψη – τις περισσότερες φορές έλεγαν μπούρδες. Κάποια στιγμή μπέρδεψαν την κανονική πραγματικότητα με την «πραγματικότητα» του Βίλχεμ Ράιχ. Λίγο πριν αρχίσουν να φαντάζονται «κροκανθρώπους», το ‘κοψαν. Κλασική ατάκα του ενός γονέα προς τον άλλο: «πάλι καλά, συνήλθε η κόρη σου». 
Διαβάζουν εκατοντάδες περιοδικά το χρόνο και λυσσάνε κάθε φορά που θα βγει μια καινούργια εκδοτική ψαγμενιά, που δεν θα αποστέλλεται στην Ευρώπη. Γιατί, ως γνωστόν, στο σπίτι τους με New Yorker μεγάλωσαν και δε μπορούν αλλιώς.
Για να διοχετεύσουν το λογοτεχνικό τους «μπρίο», μέχρι τα 24 άνοιξαν τουλάχιστον τρία μπλογκς, καταδικασμένα όλα στην αποτυχία. Να ‘ναι καλά η blogspot, βέβαια, βρήκαν μια διέξοδο, για να μην κυνηγάνε τους συγγενείς και τους φίλους, απειλώντας τους με βία να διαβάσουν κάθε λογοτεχνική μαλακία που εμπνεύστηκαν.
Τις αγαπάμε γιατί:
Είμαστε μαζοχιστέςκαι ενίοτε βρίσκουμε κάτι ενδιαφέρον σε όσα λένε. Μισούσαν ανέκαθεν την ξανθιά κλαψολαίλαπα και ήθελαν να την πιάσουν από την καούκα και να την κοπανάνε με μίσος πάνω στη ντουλάπα της Ελίζας. Πιστεύουν ακράδαντα ότι αυτό ήταν το χειρότερο παιδικό πρότυπο που έχει προβάλει ποτέ η ελληνική τηλεόραση. Όσες έγιναν δικηγόροι, έχουν κάπου ένα draft αγωγής αποζημίωσης για ηθική βλάβη κατά του εμπνευστή της σειράς.
Καμιά φορά δεν τις συμπαθούμε γιατί:
Νομίζουν ότι γράφουν καλύτερα και από καταξιωμένους συγγραφείς. Να εκδοθούν, να τις διαβάσουν μερικοί, μπας και ησυχάσουμε όλοι.


Κατηγορία 6η:
«Λενομαντάδες»
Πιστές της «γυναικείας λογοτεχνίας». Προστάτιδες των τίτλων: «Όσο αντέχει ο άνεμος», «Η βροχή μέσα στα μάτια σου», «Ο παράδεισος που μου υποσχέθηκες», «Η ψυχή της υπόσχεσης», «Ένας Άγγελος κατέβηκε στο Γαλάτσι». Καιρικά φαινόμενα (βροχές, κατακλυσμοί, αέρηδες) και μετά θάνατον ζωή (παράδεισοι, άγγελοι, ψυχές). Σαφείς οι επιρροές από Νίκο Καντερέ και Γέροντα Παΐσιο.
Η αρχή:
«Τα Ψηλά Βουνά», του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ψέματα, ένα άρλεκιν της μαμάς τους, ροζ και άσπρο ριγέ, με μια κυρία κι έναν κύριο στο εξώφυλλο κι ένα τριαντάφυλλο τόσο (με το συμπάθιο). Φυσικά και το διάβαζαν κρυφά από τους γονείς τους, με μεγάλη προσοχή, μην τσακίσουν κανένα φύλλο, πάνω στον ενθουσιασμό τους. Παράλληλα έβλεπαν και μεξικάνικα/βραζιλιάνικα/λοιπά λατινοαμερικάνικα σήριαλ στην ΕΡΤ2, όπου ταυτιζόταν πλήρως με την ταλαίπωρη πρωταγωνίστρια (αυτή που ήτανε φτωχιά, κατατρεγμένη, συνήθως της συμπεριφερόταν σα δουλικό, αλλά στο τέλος παντρευόταν τον όμορφο, πλούσιο γιο του αφεντικού τους και μετακόμιζαν σε μια τρίπατη βίλα στο Μέξικο Σίτι και κάτσε εσύ στο Παγκράτι μετά, να κοιτάς τον Υμηττό από μακριά).
Όσο μεγάλωναν ξεθάρρευαν και διάβαζαν άρλεκιν και άλλα ΒΙΠΕΡ μπροστά στους γονείς τους πλέον, οπότε έπλαθαν έναν δικό τους κόσμο, όπου τα σύννεφα έμοιαζαν μπαμπακένια, οι άντρες ήταν ιππότες και οι γυναίκες μοιραίες σαν τις κόρες του Όσκαρ Μπάλφουρ.
Η συνέχεια:
Κρατούσαν λεπτομερές ημερολόγιο (ΜΕ κλειδάκι) μέχρι την αποφοίτηση από το σχολείο (μη σου πω και μετά), όπου έγραφαν με στυλό που μύριζαν βατόμουρο και περιείχαν γκλίτερ. Ντισκομπάλα οι αναμνήσεις. Έκοβαν από τον «Ταχυδρόμο» φωτογραφίες του Τζων Κένεντι Τζούνιορ και τις κολλούσαν μέσα στα πρόχειρα τετράδια του σχολείου. Η κακιά σε κάθε βιβλίο που διάβαζαν (είχαν περάσει και στα BELL εντωμεταξύ), είχε τη μούρη της Ντάριλ Χάνα (για τις πιο μεγάλες σε ηλικία) και ακολούθως της Κάρολιν Μπεσέτ (για τις πιο μικρές).
Στο σχολείο ήταν ερωτευμένες με τον εκάστοτε σεΐχη, του οποίου τη ζωή περιέγραφαν χτυπημένες στη φτερούγα αμερικανίδες αρλεκινίστριες, πράγμα που δυσκόλευε αρκετά την αντίληψή τους για την πραγματική ζωή. Αφενός διότι κανένας στο σχολείο δεν είχε θεληματικό πηγούνι κι αφετέρου διότι νόμιζαν ότι όλα τους τα προβλήματα θα λύνονταν, αν κατάφερναν να γίνουν αεροσυνοδοί, ώστε να αιχμαλωτιστούν γλυκά σε μια χώρα της ερήμου.
Η τελική επιρροή – γενικά χαρακτηριστικά:
Όταν άρχισε ν’ ανθίζει η «ελληνική γυναικεία λογοτεχνία», υπήρχε ήδη αγοραστικό κοινό, trained για οποιαδήποτε πλοκή, όση κουλοσύνη κι αν περιλάμβανε. Στη θέα του πρώτου εξωφύλλου της Λένας Μαντά ή της Χρυσηίδας «Μιλφουλίδου» με ανακούφιση αποκήρυξαν τη Μάρω Βαμβουνάκη (που τους έπεφτε κομματάκι δύσκολη στις έννοιες και πολύ μακροπερίοδη) και βούτηξαν σ’ ένα νέο κόσμο συναισθημάτων. Τη Δημουλάποτέ δεν την πέταξαν από τα ράφια τους (όχι ότι την κατανόησαν, άλλο αυτό). Καμιά φορά μάθαιναν μερικά αποσπάσματααπέξω, κυρίως για να ‘χουν να πετάνε καμιά κουλτούρα με τις φίλες τους, όταν η κουβέντα πήγαινε στα γκομενικά.
Για χρόνια έψαχναν τον άντρα – ιππότη – σεΐχη – χαϊλάντερ – καλόκαρδο μαφιόζο – 1,92 – 85 κιλά – τετράγωνο πηγούνι με λακκάκι – μακριά δάχτυλα – μπάσα φωνή – κολόνια πεύκο, αλλά έπεφταν όλο πάνω σε κάτι κονιόρδους, με επίφαση λόρδου και πνευματικό περιεχόμενο Κώστα Τσάκωνα, όταν λέει ανέκδοτα.
Τίποτα όμως δεν είχε σημασία, μετά το θάνατο του Τζον Κένεντι Τζούνιορ («αυτή θα τον έφαγε, να μου το θυμηθείς, μια μέρα θ’ αποκαλυφθούν όλα». Πώς να τον έφαγε, αφού μαζί του πήγε κι αυτή;). Τελικά παντρεύτηκαν ένα καλό παιδί από τη γειτονιά, φίλο του αδερφού τους, που τις ήθελε από μικρές, επειδή ήταν ρομαντικές μωρέ, και που διαβάζει μόνο τη Ρήαλ Νιουζ την Κυριακή, κι αυτή ΑΝ δίνει καλό σιντί (από Γονίδη και πάνω).
Όταν είναι στα ντάουν τους, βάζουν Κάντι Κάντι στο Youtube. Την έχουν επίσης σε κασέτα έγχρωμη κι ασπρόμαυρη, σε κόμικ, σε ζαρτιέρα, σε παγοκύστη και σε κορνίζα πάνω στο υπερφορτωμένο με σβαρόφσκι σεκρετέρ τους. Έχουν ιδρύσει κρυφά σωματείο, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τη μετάβαση στο Τόκιο και συγκεκριμένα στην εταιρία που διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα της ξανθιάς δακρυομηχανής, ώστε να πείσουν τον CEO να την κάνει ταινία (τριλογία, όχι μία) και να επιτρέψει την κυκλοφορία λούτρινου Άντονι σε φυσικό μέγεθος.
Τις αγαπάμε γιατί:
Είναι καλούλες, περιγράφουν τα αναγνωστικά τους κατορθώματα με αληθινή αγάπη προς τα βιβλία που προτιμούν («και διάβασα που λες, ένα τούβλο ΝΑ, 856 σελίδες, αλλά δεν ήθελα μωρέ να τελειώσειειει») και παρότι παντρεύτηκαν το Βαγγέλη, που ‘χει δικό του συνεργείο κι όσο να πεις, είναι τακτοποιημένος, κατά βάθος πάντα περιμένουν το μυστηριώδη σεΐχη ή το σαγηνευτικό ιππότη να έρθει να τις ξεκαρφώσει από τη μπαμπού πολυθρόνα, να τους πετάξει το βιβλίο απ’ το μπαλκόνι και να τις φιλήσει μέχρι αυτές να λιώσουν στα στιβαρά του μπράτσα, σαν κερί που η φλόγα του τρεμοπαίζει στο φύσημα του πουνέντε μια δροσερή νύχτα στην έπαυλη των Ακαταμάχητων Ορσίνι.
Καμιά φορά δεν τις συμπαθούμε γιατί:
Προσπαθούν να μας πείσουν να διαβάσουμε κάτι που «ανακάλυψαν πρόσφατα» και «να δεις, είναι φανταστικό, εσένα που δε σ’ αρέσουν αυτά, ας πούμε, θα ξετρελαθείς». Και κάθε φορά πρέπει να εξηγούμε ότι έχουμε αποκηρύξει την Κάντι Κάντι, όπως αυτές τη Βαμβουνάκη. Ε, κι εκεί μπορεί να πλακωθούμε κάπως.


Οι φωτογραφίες είναι από το τουμπουλουρού.

Ευχαριστώ πολύ για τις απαντήσεις τους:
Τις φίλες μου, τις συναδέλφισσες, καθώς και τις: @Kat_Chemeng, @Ada_Log, @Efpraxia_Z, @natachef, @altanifouk
Άμα ξέχασα καμιά, να μου το πείτε, ε; Μη φάω ξύλο και γι’ αυτό.


Advertisements

One Comment Add yours

  1. Miss L. says:

    xaxaxaxaaxxaxa, polu kalo!!!! Se emena giati den esteiles erwthseis? Nomizw pws eimai h 1h kathgoria mazi me kapoia periodika!!!! Filakia!!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s