The Κουμπαράς Project. 4η μέρα (και τελευταία) στους Παξούς.

Ντίαρ ολ,

Δε θυμάμαι πού είχα σταματήσει στο προηγούμενο ποστ, σίγουρα όμως κάπου θα με είχε πάρει ο ύπνος, γιατί το πάρτυ άνιμαλ βγαίνει από μέσα μου την πρώτη βδομάδα των διακοπών.
Το Σάββατο εκείνο (πάει ένας μήνας, αισίως, πώς περνάει ο χρόνος, πότε πήγαμε απ’ την ενυδατική στο σέρουμ, κ.λπ.), είχαμε κανονίσει να πάμε το γύρο των Παξών.
Όπου “γύρος“, η δυτική πλευρά του νησιού, με τα απόκρημνα βράχια, όπου δεν εκτείνεται το οδικό δίκτυο, εκτός αν ασφαλτοστρώσει το δρομάκι για τη βίλα του κανένας Ανιέλι π.χ.

Ορισμένες είχαν λυσσάξει να κάνουμε το γύρο, υποψιάζομαι δε ότι ο βασικός λόγος ήταν οι αναμνήσεις που είχαν από τα δύο πρώτα επεισόδια του “Να με προσέχεις“, όπως μου αποκάλυψε το Χριστινάκι κάποια στιγμή (η αποκάλυψη έγινε στο ανοιχτό πέλαγο, να μην έχω γκρεμό να πέσω).

Την εκδρομή κανονίσαμε με τη σχολή καταδύσεων του Χαράλαμπου (ήρωας, συνεννοήθηκε με 8 ηλίθιες ο άνθρωπος) και για οδηγό (καπετάνιο, πώς τον λένε αυτόν το σωφέρ θαλάσσης) είχαμε το συνεργάτη του, το Γιώργο, επίσης ήρωα, που δε μας πέταξε μία μία στο Ιόνιο ή δε μας παράτησε σε καμιά παραλία των Αντίπαξων, να γυρίσουμε κολυμπώντας με το ένα χέρι (στο άλλο η τσάντα, ψηλά, μην παπαριάσουν τα περιοδικά).

Ανεβήκαμε στη βάρκα και ξεκινήσαμε την τουρνέ, πρωί πρωί, γιατί στις 3 έπρεπε να έχουμε επιστρέψει στο λιμάνι.
Η εξοχική οικία Ανιέλι στην ως άνω φωτογραφία βρίσκεται σχετικά κοντά στο Γάιο, αλλά δεν ξέραμε αν ήταν εκεί ο Λάπο Έλκαν με τη Μπιάνκα. Ή χωρίσανε; Ή είναι μαζί, απλά δεν πάνε Ελλάδα το καλοκαίρι;
Σε κάθε περίπτωση, δε βγήκε ο μπάτλερ στ’ ανοιχτά με το φουσκωτό να μας καλέσει, άμα ξαναπεράσω απέξω, να μου γράψεις.

Όλες οι ακτές της δυτικής πλευράς είναι κάπως έτσι (περιττό να πω ότι μέχρι το Σάββατο νόμιζα βρισκόμασταν ανάποδα, ότι δηλαδή ο Γάιος ήταν δυτικά. Ασχολίαστο).

Εφτά σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μ’ αρέσει που ήθελαν να πάρουμε και βαρκάκι μόνες μας, οι Λασκαρίνες Μπουμπουλίνες, να μη βρει ο παπάς να θάψει. 

Ανάμεσα στους γκρεμούς έχει διάσπαρτες μικρές βοτσαλωτές παραλίες, όπου μπορείς να πας ν’ αράξεις, αν δε σε πιάνει κολούμπρα λόγω της απομόνωσης και γενικά αν είσαι περιπετειώδης τύπος και σ’ αρέσει να δίνεις μία απ’ τη βάρκα και να μην ξέρεις πού βουτάς (σεβαστείτε τους νευρωτικούς ανθρώπους, πληζ).

Ως προς αυτή τη σπηλιά προέκυψε μια διχογνωμία, δηλαδή οι μισές έλεγαν ότι εκεί είχε γυριστεί μία πολύ sos σκηνή του Χριστόφορου, ενώ οι άλλες μισές έλεγαν ότι αυτή ήταν Η σπηλιά:

Δε θυμάμαι ποιά είναι η σπηλιά. Μη με πιέζετε άλλο, μη με βασανίζετε,
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Η ΝΑΤΑΣΑ ΑΡΣΕΝΗ.

Λάτρης της θάλασσας εγώ (συνολικά έχω κολυμπήσει 15 λεπτά φέτος), απολάμβανα τη βόλτα και καθώς πλέαμε στ’ ανοιχτά του νησιού, αναρωτήθηκε η Άφρο για ποιό λόγο ήμουν τόσο ήσυχη και η “Θεία” απάντησε ορθά κοφτά: “Γιατί πιάνει το 3G“.
Αλήθεια ήταν.

Αυτή είναι η παραλία του “Ερημίτη“, με το φοβερό ηλιοβασίλεμα. Σταματήσαμε για λίγη ώρα εκεί, έκαναν μια βουτιά οι γοργόνες, ενώ η αρχηγός της εκδρομής κι εγώ μείναμε στο σκάφος, να κοιτάμε τα νερά. Δεν το ‘χω με τις βουτιές από τα σκάφη, παρά την μακρόχρονη εφοπλιστική ιστορία της οικογένειάς μας.

Γαλάζιο χρώμα, εξαίσιο, μέχρι τότε το έβλεπα μόνο σε κάτι πισίνες στην Κηφισιά. Κοίτα που τελικά υπάρχει και στη φύση. 

Στις επιμέρους διαδρομές από παραλία σε παραλία, χαιρετούσαν τα υπόλοιπα σκάφη (να μην αφήσουν έναν άνθρωπο να οδηγήσει τη βαρκούλα του με ησυχία).

Πάνω στη βάρκα την έβγαλα κάπως έτσι,

σαν την Καλλιόπη Πάπας δηλαδή, χωρίς την ομπρέλα. Καμία δεν ήθελε να παίξουμε τη σκηνή “Έι, πειρατή, το τόπι μου”. Εγκάθετες και εκεί.

Στα μισά της τουρνέ σταματήσαμε στην παραλία “Σαρακήνικο“, που, αν θυμάμαι καλά, είναι στους Αντίπαξους. Εκεί έπρεπε να κατεβούμε μέσα στο νερό, να περπατήσουμε ελάχιστα μέσα στη θάλασσα κι έτσι να βγούμε στην ακτή. Στο ‘να χέρι οι μπανάνες (για τη λιγούρα), στ’ άλλο χέρι το moleskine (κι αν είχα έμπνευση; Που είχα δηλαδή, όπως απεδείχθη).
Τις μισές τις είχε πειράξει το πέρα – δώθε της βάρκας (καλό Κάβο Ντόρο σας εύχομαι, του χρόνου να πάμε στα Ζαγόρια, δεν είστε για ταλαιπωρία εντός του υγρού στοιχείου).

Κόλλησε η άγκυρα, όταν ήταν να φύγουμε και μέχρι να βουτήξει ο άνθρωπος να βγάλει τις πέτρες, άφησε τη βάρκα στη “Θεία” και το Χριστινάκι. Για 20 πόντους και 5 δευτερόλεπτα θα τράκαρε μεγαλοπρεπώς πάνω στο μοναδικό μεγάλο βράχο της παραλίας. Εκεί θα ξεμέναμε, Παναγία μου.

Μόλις ξαναφορτωθήκαμε στη βάρκα πήγαμε στο Βουτούμι και μείναμε για κανένα τρίωρο, σε ημιθανή κατάσταση κάτω απ’ τη σκιά.

Στην επιστροφή έγινε το μεγάλο σόου, διότι όπως έσκιζε η βάρκα το πέλαγος, ερχόταν πάνω σε μένα και τη Συντρόφισσα Ντόρα Εξερευνήτρια κάθε κύμα, πράγμα πολύ refreshing, που μου χάλαγε, βέβαια, την πόζα “Αλίκη“, αλλά χαλάλι, όσο το σκέφτομαι.
Ο μόνος μου φόβος ήταν μη μου φύγει ο φακός όπως με πιτσιλούσαν τα νερά. Μας έβρεξε κι ένας παπάρας επίτηδες, μ’ ένα απότομο σταμάτημα του δικού του σκάφους, την ώρα που πλησιάζαμε στο λιμάνι.

Καλά, ίσως να είχε ακούσει τις φωνές μας και να ήθελε να δώσει ένα τέλος στη μαζική μετανάστευση των ψαριών του Ιονίου προς πιο ήσυχες θάλασσες. Δεν τον αδικώ.

Στη συνέχεια, μας ξεφόρτωσε ο καπετάνιος στο λιμάνι και πήγαμε στα δωμάτιά μας να  σφουγγαριστούμε.
Το μεσημέρι πέρασε ευχάριστα, με τοπ δραστηριότητες: βάψιμο νυχιών, επάλειψη άφτερ σαν, σύγκριση αποτελεσματικότητας προϊόντων κατά της κυτταρίτιδας, ανάγνωση ELLE decoration και κούνημα κεφαλιού “κοίτα τους κερατάδες τί σπίτι φτιάξανε“.

Δεδομένου ότι οι Παξοί έχουν 4 χωριά μετρημένα (και δεκάδες μικρούς οικισμούς, με όνομα το επίθετο του ιδρυτή τους), το απόγευμα ξεκινήσαμε να πάμε στα “Μαγαζιά“, ένα από τα χωριά που δείχνει με bold ο χάρτης. Τα “Μαγαζιά” δεν είναι μαγαζιά, αλλά 5-6 σπίτια, ορισμένα βέβαια με φουντωτά γιασεμιά απέξω. Από αυτά που φυτρώνουν στους Παξούς και μυρίζουν μέχρι την Κέρκυρα.
Εκεί υπάρχει ένα χαριτωμένο παραδοσιακό καφενείο, με γλυκά του κουταλιού, διακόσμηση εποχής
και κηπάκο με δροσιά.

Λίγο πριν τη δύση, πήγαμε πάλι προς τον “Ερημίτη” (ΧΩΡΙΣ να χάσουμε το δρόμο, γιέι!) σε μια παρακείμενη ταβέρνα, για να δούμε από ψηλά τη φύση, το ηλιοβασίλεμα και τις μοσχαρίσιες.
Η ταβέρνα είχε μια εξέδρα όπου καθόταν μόνο Άγγλοι τουρίστες, κι εμείς, για να τους χαλάμε την ηρεμία.

Καμία σχέση το ένα ηλιοβασίλεμα με το άλλο, είναι σα να συγκρίνεις το Πορτοφίνο με το Κουτσοπόδι Αργολίδας, αλλά αυτό είχαμε, αυτό απολαύσαμε.
Επιστρέφοντας είπε το Λουλούδι να πάμε μια βόλτα μέχρι τον Οζιά, που είναι 2-3 χιλιόμετρα από το λιμάνι.
Στο απαύγασμα της συλλογικής ηλιθιότητας, σταμάτησε το δικό μας, προπορευόμενο αυτοκίνητο, λίγο έξω από τη διασταύρωση για Γάιο, έβαλε αλάρμ το Λουλούδι (παγκόσμιο σήμα: “σταματήστε λίγο να συνεννοηθούμε“), σταμάτησε το άλλο αυτοκίνητο, με οδηγό τη “Θεία“, αν θυμάμαι καλά, έκανε νόημα η Συντρόφισσα, βγάζοντας το χέρι έξω από το παράθυρο, έπαιξε τα φώτα το Λουλούδι, δεν κατέβηκε καμία από το άλλο αυτοκίνητο, έβγαλα το κινητό να τις πάρω και στο μεταξύ πάτησαν μια γκαζιά κι έφυγαν αεράτες.

Όλο αυτό ΧΩΡΙΣ ΙΧΝΟΣ Αντύπα στο cd player, να έχω σιχαθεί τους Beirut και να μ’ έχουν φέρει στα όρια με τον Gotye.

Προχωρήσαμε μέχρι ένα καφενείο, άνοιξε το Χριστινάκι το παράθυρο, πήρε το ευγενικό της ύφος “Ναι, γειά σας, μια ερώτηση να σας κάνω σας παρακαλώ” και μέχρι να τελειώσει τη φράση της, είχε πει ο παππούς με ύφος over the top: “Πες το, ρε!“. Σαφώς και δε ντράπηκε να το πει, αλλά ούτε τα προσχήματα να μην κρατάμε…

Μας έδωσε κάτι οδηγίες αρκετά vague για το πώς θα βρεθούμε στον Οζιά, προχωρώντας όμως πάνω στο χωματόδρομο πετύχαμε μια οικογένεια που έτρωγε σουβλάκια, κόψαμε ταχύτητα, για να ρωτήσουμε τον πατέρα, έπεσε – αυτοβούλως – το αγοράκι της οικογένειας πάνω στα φώτα του πόλο και μετά – τρέχοντας αυτοβούλως και πάλι – πάνω στο τζάμι του Λουλουδιού.
Πρέπει να είχε να δει τουρίστα στον Οζιά απ’ όταν πήραμε το νταμπλ για τελευταία φορά.

Περάσαμε από ένα σημείο που, πιστεύουμε, ότι ήταν ο Οζιάς.
Σε κάθε περίπτωση, ένα (μεγάλο) γύρο κάναμε και καταλήξαμε στο Γάιο, σ’ ένα από τα 3 μπαρ του, να πίνουμε μαργαρίτες και να τρώμε καρπούζι με τα κουκούτσα μαζί.

Μετά από έναν ακόμη επικό ύπνο, ξυπνήσαμε το πρωί, φτιάξαμε τα πράγματα (καλά, μετά από μία ακόμη επάλειψη after sun, που καλύτερα να μας τάιζες, παρά να μας αγόραζες αυτό το διάολο), οι μισές πήγαν για μπάνιο (πόση περιπέτεια ρέει στο αίμα της “Θείας“, πλέον), οι άλλες μισές πήγαμε για ένα decent τοστ ζαμπόν-τυρί-ντομάτα στην πλατεία του Γάιου.

Το χωριό είναι αρκετά περιποιημένο, με γιαγιάδες και γάτες που κάθονται σε συγκεκριμένες θέσεις ολημερίς, απλωμένες μπουγάδες στα στενά μπαλκόνια και μνημεία της επανάστασης του ’21, λόγω της καταγωγής του μπουρλοτιέρη Ανεμογιάννη. Ναι, αυτού που ήθελε η Συντρόφισσα να μπούμε στη βάρκα – γλυπτό του, για να βγάλουμε φωτογραφία. Διαδραστική τέχνη, τύπου.

Το φέρρυ για την Ηγουμενίτσα έφευγε στις 2. Όχι, δεν είχαμε καταρρεύσει ακόμα, που τελείωναν οι διακοπές.
Έπιασα μια γωνία κι έβλεπα την Άφρο με τη Χριστινούλα να μοιράζουν τις αποδείξεις του ταξιδιού σε 8 μέρη, προετοιμάζοντας την κλήρωση “ποιά θα πάρει τη μεγαλύτερη“. Απόδειξη. Η παρουσίαση της κλήρωσης ήταν εντυπωσιακότερη και από αυτή του Πρωτοχρονιάτικου Εθνικού Λαχείου, γιατί οι συμπεθέρες γράφουν τρο-με-ρά μαζί στον (ιδεατό) φακό.

Μέχρι ν’ αλλάξω πλευρό 23 φορές είχαμε φτάσει στην Ηγουμενίτσα, που πλέον για μένα σημαίνει ένα πράμα: Γκούντις. Τσιμπήσαμε κάτι ελαφρύ (για να μαζέψει τα υγρά), μοιράσαμε τα 8 cd μεταξύ μας και για να διαλύσω το νευρικό σύστημα και στο άλλο αυτοκίνητο, τους έδωσα το cd με τα ελληνικά 80s. Η Μεγάλη Μ πρέπει να έκανε καρούμπαλο, χτυπώντας το κεφάλι της στο τιμόνι κάθε φορά που ακουγόταν Μπίγαλης και το Χριστινάκι επιδιδόταν στο sing along.

Κάναμε μια στάση στην Αμφιλοχία (κάθε φορά που σταματάω στη συγκεκριμένη πόλη αποκτώ αυτοκτονικές τάσεις), για να πάρουμε καφέδες και τυριά.
Εννοείται ότι δεν κατέβηκα από το αυτοκίνητο, πήγαν το Λουλούδι με τη Συντρόφισσα να πάρουν τυριά και είχαν έναν πολύ κατατοπιστικό διάλογο με τον τυρέμπορα, ο οποίος είχε πεκορίνο, κεφαλογραβιέρα και γραβιέρα, με αυτές τις ενδείξεις, στην ίδια τιμή.
Στην ερώτηση: “Ποιά η διαφορά κάθε τυριού“, η απάντηση ήταν “Το ίδιο είναι“.
Εχμ, ναι, τότε γιατί τα λέτε αλλιώς;
Έτσι, για ποικιλία“.

Just another Ionesco case.

Στην επιστροφή είχε απλωθεί η “Θεία” στο πίσω κάθισμα, να μη μπορούμε ν’ αναπνεύσουμε, ένα πράμα, η Συντρόφισσα έκανε το μαντρόσκυλο στο cd player (θα μου το πληρώσει το χειμώνα στην Αθήνα), μέχρι να φτάσουμε στο Ρίο και ν’ αλλάξουμε αυτοκίνητα, οπότε οδήγησε το αυτοκίνητο του Λουλουδιού η αρχηγός και μου έβαλαν τη Συντρόφισσα πίσω. Η οποία, για διαμαρτυρία, όποτε ακούγαμε κάτι που δεν της άρεσε, έβαζε τα ακουστικά και δε μας έδινε καμία σημασία, λες και δεν υπήρχαμε εμείς, μόνο οι μαλάκες που προσπερνούσαν παράνομα στην Αθηνών – Πατρών.

Παρεμπιπτόντως, για να περάσει η ώρα Κυριακή βράδυ σ’ αυτό τον κωλόδρομο, το μόνο που μπορείς να κάνεις, όταν έχεις εξαντλήσει το κουτσομπολιό, είναι να μετράς μαλάκες σε BMW.
Και βέβαια, να πλανάρεις τις επόμενες διακοπές, the koumparas way.

Γιατί όπως είπε και η Άφρο: “διαμονή στους Παξούς, αξία 200 ευρώ, δείπνο σε παραδοσιακή ταβέρνα, αξία 15 ευρώ, βενζίνη για δυο πόλο, αξία 150 ευρώ, συγκρότηση και λειτουργία κουμπαρά, αξία ανεκτίμητη“.

Φίλες, έστω και ηλίθιες, αξία ανεκτίμητη. 

Advertisements

4 Comments Add yours

  1. Νίκη says:

    Και του χρόνου να είστε καλά να ξαναπάτε 🙂

  2. Marou-li says:

    H 2η ηταν η σπηλια.

  3. Μάρα says:

    Στην Αμφιλοχία δεν σταματάνε για καφέ!!!!
    Σταματάνε για σουβλάκια στην Αύρα!!!
    Και μετά δεν θα σε πιάνει κατάθλιψη (μόνο ίσως – ίσως μια λιγουρίτσα κατεβαίνοντας τον κεντρικό!)

  4. Miss L. says:

    xaxaxaxaxxaxa!!!! Teleia ta perasate Natalie!!! 🙂 Filakia!!!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s