The Κουμπαράς Πρότζεκτ. Ημέρα 2η στους Παξούς.

Ντίαρ ολ,

Με το που ξύπνησα από εκείνο τον λυτρωτικό ύπνο/μισό θάνατο της πρώτης βραδιάς (είχα πέσει ξερή στους Παξούς, Παξός και ξερός που λένε. Και Σεφερλής ταυτόχρονα), έβγαλα τη μάσκα και με τύφλωσε το φως της ανοιχτής μπαλκονόπορτας.
Φυσικά και κοιμάμαι με μάσκα, με ενοχλεί το παραμικρό φως, αλλιώς, αν δεν έχω μάσκα, τυλίγομαι με τα μαλλιά μου και καμιά μέρα θα πνιγώ μόνη μου.
Η Μεγάλη Μ κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι, η Β είχε ήδη ελέγξει υγειονομικά όλους τους φούρνους του Γαΐου (ενημερώνοντας παράλληλα και την αρμόδια Υπηρεσία του καθ’ ύλην Υπουργείου) και είχε καταλήξει από πού θα ψωνίζουμε. Μας είχε φέρει μπρέκφαστ στο από κάτω διαμέρισμα, που κοιμόταν οι άλλες 5 ηλίθιες.

Ανακατεύοντας το στιγμιαίο καφέ μέσα στο κρύο γάλα θυμήθηκα ένα σκηνικό απείρου κάλλους, από την παραλία της προηγούμενης μέρας, η οποία, by the way, δεν ήταν το Μαρμάρι, αλλά η Κακιά Λαγκάδα, όπως μου επεσήμανε η Συντρόφισσα Ντόρα Εξερευνήτρια.

Όλες ωραίες ήτανε, πού να θυμάμαι, χριστιανή.

Κάποια απ’ όλες (ίσως η Άφρο) είχε φέρει δώρο στη “Θεία” μια φουσκωτή μπάλα θαλάσσης με το Γουίνι το αρκουδάκι (τα ύστερα του κόσμου), την οποία έπαιρνε ο αέρας, όπως ακριβώς πήρε και τη τζαμπο-ομπρέλα, με αποτέλεσμα να μη μπορούν τρεις ηλίθιες, που ήταν μέσα στη θάλασσα εκείνη την ώρα, να την πιάσουν. Οι δύο ήταν στα ρηχά, η Συντρόφισσα Ντόρα μέσα (έψαχνε για συντροφικά χταπόδια, προφανώς), οπότε δε συντονίστηκαν, η μπάλα έφτασε βαθιά μέσα και από τις φωνές “Χριστίνα, πιάσε τη μπάλααααα”, “Εϊ, πειρατή, το τόπι μου”, κινητοποιήθηκε ένα κοριτσάκι με σαμπρέλα – παπάκι, που άρχισε να κάνει χλάπατις-χλούπατις στα νερά με τα ποδαράκια του, με υπερβάλλοντα ζήλο και με απώτερο σκοπό να φτάσει πρώτη στη μπάλα. Η “Θεία” με όλη της τη συμπυκνωμένη σοφία επεσήμανε ότι “καλέ, θα πνιγεί το κοριτσάκι με το παπί, θα ντελαπάρει, για να μας πιάσει τη μπάλα“, αλλά ευτυχώς έσωσε το toy η Συντρόφισσα.
(πριν μπούμε στο αυτοκίνητο την ξεφουσκώσαμε και μας έφυγε τουλάχιστον αυτός ο νταλκάς)

Στο βάθος διακρίνονται, από αριστερά προς δεξιά, η Συντρόφισσα Φελπς, η μπάλα, ο Γουίνι επί της μπάλας (το μέλι θρέφει καλά τις αρκούδες) και το ηρωικό κοριτσάκι. Ελπίζω όταν μεγαλώσει να γίνει ναυαγοσώστρια ή έστω να παίξει στο Baywatch 2. Το κοριτσάκι, όχι η άλλη η γαϊδούρα.

Η φωτογραφία αυτή αφιερώνεται στη φίλη @isminouta που έχει πει τη σοφή ρήση “Τα κουκούτσα στα καρπούζα κάνουν το καλοκαίρι δύσκολο“.
Θέλω να τονίσω ότι το ενσταντανέ αυτό γράπωσε η Μεγάλη Μ, λέγοντάς μου, “παίξε με το φακό“. Κάτι το απωθημένο του Next Top Model, που ποτέ δε με πήρανε, σε αντίθεση με αυτή τη λίγο πιο ψηλή από μένα, που φέρνει στο Γκμοχ), κάτι που με το γυαλί ηλίου δε μπορούσα να εξασκηθώ στο smize, έβγαλα όλο μου το εκτός παραλίας sluttiness, δίπλα από την πολυαγαπημένη μου Β, επειδή ήθελα αυτό το ιντεράξιον της φωτογράφισης.
Βλέπετε το μαύρο κύκλο, θαυμάζετε το φρύδι που δεν είχα αξιωθεί να βγάλω, η καρπούζα καλή, σε κάθε περίπτωση.

Μετά το μπρέκφαστ κατεβήκαμε στο λιμάνι, να ξεκινήσουμε για τους Αντίπαξους. Μπήκαμε σ’ ένα από τα καραβάκια που κάνουν τη διαδρομή Γάιος – Αντίπαξοι. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με τον επαγγελματισμό των βαρκάρηδων, αλλά δε θ’ ασχοληθώ τώρα μ’ αυτό. Πάνω βλέπετε τη θέα, όπως βγαίνεις από το “ποτάμι” που υπάρχει στο λιμάνι του Γαΐου, καθώς απομακρύνεσαι από αυτό, με νότια κατεύθυνση.

Στη διαδρομή προς τους Αντίπαξους, η γεωλογική απεικόνιση των ακτών είναι πάνω – κάτω αυτή, απανωτά γκρεμίδια δηλαδή, όπως θα λέγαμε και στην Κρήτη, με πολύ πράσινο, διάσπαρτες βίλες και γαλάζια νερά.

Αν και είχα πλήρη εξάρτυση (ή σχεδόν πλήρη, μου έλειπε ο Καλογήρου ο συχωρεμένος και το μαντολίνο), θα ερμήνευα μια “Μανταλένα“, “Μες σ’ αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή“, αν και δεν ήμουν μοναχή, αλλά με άλλες 7 ηλίθιες και κάτι ταλαίπωρους τουρίστες που έπαθαν μερική κώφωση από τις υψηλές μας συχνότητες. Σε ένα 10λεπτο είχαμε φτάσει στους Αντίπαξους και συγκεκριμένα στην παραλία “Βρίκα”.
Ωραία τη βρήκα, αλλά κατεβήκαμε στη δεύτερη στάση, στο Βουτούμι, που ήταν κάπως πιο ιδιαίτερο, καθότι πιο μοναχικό, με κροκάλες κάτω (τα ΄χουμε πει για τη σχέση μου με τις κροκάλες, μην επαναλαμβάνομαι ασκόπως), δεν ήταν και οργανωμένη, κάπως καλύτερα μας κάθισε.

Κάπως έτσι είναι τα νερά και στις δύο, βέβαια, δε μας χάλασε καθόλου.
Σημείωση και προοικονομία: ξέρει ο Παπακαλιάτης πού πάει και γυρίζει σκηνές διακοπώνε.

Αυτό είναι το Βουτούμι φιλτραρισμένο, εσείς καλύτερα να το πάρετε άφιλτρο, σαν τα σωστά Καρέλια. Κάπως έτσι δηλαδή:

Στη δεξιά πλευρά της παραλίας, πάνω σ’ εκείνο το βραχάκι διάβαζα το “Breakfast at Tiffany’s“.  
Το ένα χέρι στο νερό, γύριζα τις σελίδες με το πηγούνι. Έτσι θα έκανε και η Holly Gollightly.

Το μεσημεράκι πήραμε ένα καΐκι για τη μετάβασή μας στην επόμενη παραλία, με τη γνωστή διαδικασία:
Κάποια (η Β) θυμάται ότι πλησιάζει η ώρα που έρχονται τα καΐκια.
Κάποια (πάλι η Β), τρέχει στη μικρή προβλήτα.
Πράγματι, είναι η ώρα που το καΐκι έχει έρθει κι ο καπετάνιος δεν έχει καμία όρεξη να τον στήσουν 8 ηλίθιες. Η Β, ωστόσο, τον συγκρατεί. 
Οι άλλες πανικόβλητες μαζεύουμε ομπρέλες, ψάθες, βιβλία, αντηλιακά, αποτσίγαρα, μανταλάκια, πέτρες, δεύτερα μαγιό και τρέχουμε να φτάσουμε τη Β.
Στην προβλήτα κάνουμε cross-checking μην τυχόν και έχουμε ξεχάσει τίποτα σημαντικό πίσω, π.χ. κανένα βιβλιάριο υγείας/λογαριασμό ΟΤΕ, κ.λπ.
Επιβιβαζόμαστε. Ξεφυσάμε. Ξεκινάμε πάλι τις φωτογραφίες.

Στη “Βρίκα” είχε πιο πολύ κόσμο, ένεκα η λεπτή άμμος. Είχε επίσης αρκετές οικογένειες και δύο ταβέρνες. Γκανιάσαμε στον ήλιο. Άκουγα στο iPod το Hyena“, το πρώτο άλμπουμ των His Majesty the King of Spain. Γάντι ταίριαζε, χόρευα κιόλας λίγο (ξαπλωμένη, με τα πόδια), όσο με ψεκάζανε με αντηλιακό, μην αρπάξω σαν τον Γαβαλά και τρέχουμε.

Το καπέλο της Β (το δικό μου είναι υπερπαραγωγή, θέλει ένα ποστ μόνο του) και τα γαλάζια νερά στο βάθος. Μερικά ιστιοπλοϊκά, να σπάνε τη θαλάσσια απεραντοσύνη (ευτυχώς δεν πιάσανε τη Συντρόφισσα Ντόρα τα οικολογικά της, να κυνηγάει ανυποψίαστους Ιταλούς που είχαν έρθει να διακοπάσουν ήσυχα ήσυχα, για να τους πει για τη μόλυνση της θάλασσας).

Η “Βρίκα” από ψηλά. Πόσο ψηλά, δεν ξέρω, η Μεγάλη Μ την έβγαλε, όπως και όλες τις αξιοπρεπείς φωτογραφίες αυτού του ποστ.

Τα τσαμένα ήθελαν να παίξουν στην άμμο και είχαν ξεχάσει τα κουβαδάκια στο Μαρούσι, οπότε έφτιαξαν μια γοργόνα. Μετά ξάπλωσαν και δίπλα της. Αλλά τα μάτια των αναγνωστών δεν είναι έτοιμα για μια τέτοια φωτογραφία.
Την πατούσαν κιόλας, εναλλάξ, την έλεγε η μία στην άλλη “μην πατάς μωρή το έργο”, ωραία περάσαμε μέχρι να έρθει το τελευταίο καΐκι να μας μαζέψει.

Ε, ναι, με το γνωστό τρόπο, τί τώρα…

 Επιστρέφοντας στο Γάιο, μπανιαριστήκαμε και πήγαμε για φαγητό ελάχιστα πιο έξω από το λιμάνι, στο “Μπίρο”. Και με τα πόδια πήγαινες, που λέει ο λόγος, είκοσι λεπτά κάναμε να το βρούμε. Είπαμε, 8 ηλίθιες. Φάγαμε “πειραγμένα” πιάτα, γκουρμεδοκατάσταση δηλαδή (είχαμε στο χωριό μας), σκάσαμε σε βαθμό που δε μπορούσαμε να κουνήσουμε και μόλις επιστρέψαμε στο λιμάνι, οι μισές πήγαν για ύπνο.

Εγώ είχα αποθηκεύσει ενέργεια από τον δωδεκαμισάωρο ύπνο, όπως οι καμήλες το λίπος, οπότε είχα όρεξη να κατεβώ μια βόλτα στην παραλιακή του Γαΐου.

Στο γλυπτό του Ανεμογιάννη, Παξινού ήρωα του 1821 (πυρπολητή, για την ακρίβεια), η Συντρόφισσα ήθελε ν’ ανεβούμε μέσα στη βάρκα και ν΄απαθανατιστούμε εκεί. Ευτυχώς τη συγκρατήσαμε. Καψούλα front row, δείχνω τη νέα μου φούστα, 16 ευρώ από 49. Γιατί ξέρουμε ΚΑΙ να ψωνίζουμε.
Κάναμε μια μεγάλη βόλτα και καταλήξαμε σχεδόν στο μεγάλο λιμάνι όπου ξεφορτώνουν τα μεγάλα πλοία. Στο δρόμο βρήκαμε βάρκες με τα ονόματά μας, γκαργκανιασμένους από τον ήλιο Ιταλούς κι ένα φεγγάρι ΝΑ (με το συμπάθιο), που έβγαινε πίσω απ’ το νησάκι του Άη Νικόλα.

Η Μεγάλη Μ και η “Θεία” άρχισαν να θυμούνται τραγούδια με το φεγγάρι (π.χ. “το φεγγάρι κάνει βόλτα στης αγάπης μου την πόρτα, “χάρτινο το φεγγαράκι”, “φεγγάρι μου, να ψάξεις να τον βρεις”. Τραγουδήσαμε λίγο (χαμηλόφωνα), διότι μας είχε συνεπάρει το συναίσθημα (και στο μεταξύ μας είχε φύγει το φούσκωμα).
Το μόνο τραγούδι που, ίσως, ταίριαζε στο νοητό ποτάμι του Γαΐου εκείνο το βράδυ, ήταν τούτο.

Αυτό θα ήθελε και η Holly, εξάλλου.

To be continued.

ΥΓ. Δεν είχε παίξει ακόμα Αντύπας, αλλά είχαν δικαιολογία: δεν είχαμε μπει στα αυτοκίνητα όλη μέρα.

Advertisements

2 Comments Add yours

  1. DimitrisDX says:

    Διαβάζοντας σκέφτομαι “πόσο κρίμα που δε θα περιγράψεις γεγονότα από το ντίσκο κλαμπ φοίνιξ”. Θα είχες άπειρο υλικό, Αντύπα δε θα έπαιζε ούτε εκεί βέβαια.

  2. Miss L. says:

    Entaxei twra to diavasa kai einai ws sunhthws teleio!!! Paw gia to meros 3!!!! 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s