The Κουμπαράς Πρότζεκτ. Ημέρα 1η στους Παξούς.

Ντίαρ ολ,

Κάποιοι ίσως να θυμάστε, κάποιοι ίσως να θέλετε να ξεχάσετε (το πιθανότερο), ότι πέρυσι πήγαμε, εφτά φίλες κι εγώ, στην Αντίπαρο .
Φέτος, κι όταν λέω “φέτος” εννοώ το ακαδημαϊκό έτος, δε θυμάμαι ποιά απ’ όλες είχε τη (μεγαλειώδη) ιδέα, να ιδρύσουμε κουμπαρά, στον οποίο ν’ αποταμιεύουμε λεφτά κάθε μήνα, με σκοπό να πάμε όλες μαζί ένα τετραήμερο, όπως πέρυσι, χωρίς, όταν έρθει η ώρα των προκαταβολών, να πρέπει να ψάχνουμε κάθε ξεχασμένο τραπεζικό λογαριασμό ή συρτάρι με σουτιέν (και κρυμμένους μέσα τους φακέλους με πενηντάευρα).
Τώρα λοιπόν που μάθατε πού κρύβω λεφτά στο σπίτι, συνεχίζω.

Το πρότζεκτ “Κουμπαράς” στήθηκε ως εξής:
Η Β έφτιαξε ένα εξέλ με τους μήνες.
Εντόπισε τα γενέθλια και τις γιορτές κάθε μίας.
Αποφασίστηκε ομαδικά, μετά την ανταλλαγή αρκετών emails (οι οκτώ ηλίθιες δε μπορούσαν να συνεννοηθούν) η κατάργηση των ομαδικών δώρων εορτών και γενεθλίων (είναι που μεγαλώνουμε και θέλουμε να τα ξεχνάμε) και η συγκέντρωση του ποσού που θα δινόταν για την αγορά λαμπατέρ/εσπρεσσιέρας/μπουχάρας για καθένα από αυτά τα ηβέντς, σε έναν κουμπαρά.

Επιλέχθηκε ο αρχικός κουμπαράς, ένα πήλινο ροζ γουρούνι (το οποίο κάποια στιγμή μπούκωσε και αντικαταστάθηκε από κουτί μακαρόν του “Λαντουρέε”. Θα βάζαμε ελληνικού ζαχαροπλαστείου, αλλά ο Βάρσος δεν έχει βγάλει ακόμα τέτοια και το πλαστικό του ρυζόγαλου τί να πρωτοχωρέσει.

Τέλος, προσδιορίσαμε ένα ποσό ανά ηβέντ και κάθε τέλος του μήνα συνεισφέραμε στον κουμπαρά ό,τι αντιστοιχούσε.
Όσες δεν τα πάμε καλά με τους αριθμούς, εννοείται ότι πρήζαμε τη Β κάθε φορά με “πόσα χρωστάω κι από πότε”, ωστόσο αν εκτύπωνες το εξελάκι και αντιστοίχως διέγραφες, μια χαρά θυμόσουν.

Σε περίπτωση που κάποια δε μπορούσε να έρθει, για οποιονδήποτε λόγο, στην εκδρομή, θα έπαιρνε πίσω το ποσό (ευχάριστη “επιστροφή φόρου” από το πουθενά). 

Κουμπαροκράτορας” ορίστηκε η Β, ως η πιο κατάλληλη για τη συγκεκριμένη δουλειά (είναι fully skilled ως επιτυχημένη διαχειρίστρια στην πολυκατοικία της), οπότε αμολήσαμε το κουτί εκεί και της αναθέσαμε τις “οχλήσεις” στις ληξιπρόθεσμες οφειλέτριες (εμείς οι δικηγόρες το κάναμε αυτό, ως γνωστές σπασαρχίδες).

Τσούκου τσούκου μαζώχτηκαν τα λεφτά, αποκτήσαμε ένα κεφάλαιο και αποφασίσαμε τον προορισμό, δηλαδή τους Παξούς, που τους “ψήναμε” από πέρυσι, που δεν το προλαβαίναμε, διότι πέφτουν λιγάκι μακριά.

Η Β έκανε έρευνα αγοράς, συνέβαλαν και οι υπόλοιπες, δημιουργήθηκε νέο εξέλ με ξενοδοχεία/τιμές/εισιτήρια πλοίων και έτσι καταλήξαμε στο πιο συμφέρον πακέτο, συμφωνώντας και για τις ημερομηνίες.

Την Τρίτη 3 Ιουλίου, περί τις 5 το απόγιομα, φορτωθήκαμε στο ασημί polo του Λουλουδιού  (Λουλούδι = μία εκ των 8 ηλιθίων, δε θυμάμαι γιατί τη φωνάζουμε έτσι οι υπόλοιπες 7, επιβεβαιώνοντας τον επιθετικό προσδιορισμό που μας χαρακτηρίζει), εγώ, η Άφρο και η Συντρόφισσα Ντόρα Εξερευνήτρια (κι ένας ριψοκίνδυνος φίλος μας, που θα τον αφήναμε στην Πάτρα), τα μπαγκάζια μας (συγκεκριμένα η Άφρο έφερε ως και το μπαούλο της Συριανής προγιαγιάς της με τη λουκουμομηχανή μέσα) και ξεκινήσαμε για την Αθηνών – Πατρών.

Με έβαλαν να καθίσω πίσω, όχι απλώς επειδή είχαμε κι έναν μεγαλόσωμο άνθρωπο μαζί μας, αλλά για να μην τους ταράξω στο σκυλάδικο, διότι το έχω ως αρχή μου σε κάθε εκδρομή να παίζει πού κι ένας Αντύπας. Συγκεκριμένα το “Θα ντυθώ γαμπρός“.

Παραλλήλως ξεκινούσαν από το Μαρούσι άλλες τρεις ηλίθιες (η τελευταία μένει μόνιμα στην Πάτρα και θα την περιμαζεύαμε από εκεί).

Φτάσαμε γρήγορα στην Πάτρα, όπου θα κοιμόμασταν το βράδυ, για να “σπάσουμε” στη μέση το ταξίδι και να μην πιαστεί ο ποπουδίνος μας στο κάθισμα. Η Άφρο κάθε φορά που βλέπει τη γέφυρα από μακριά, απαγγέλλει Παλαμά. Το έκανε και εκείνη την Τρίτη.
Στο μεταξύ, πήγα σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες. Καμιά δε μου εξήγησε το γιατί.

Ήπιαμε μια τζιτζιμπύρα στην πλατεία Αγίου Γεωργίου και πήγαμε για ύπνο, διότι η Β, αρχηγός του γκρουπ, είχε δώσει παράγγελμα να είμαστε στις 7 στο δρόμο, κι ας έπρεπε το Χριστινάκι να μεταφερθεί στο αυτοκίνητο ως είχε, με ολόκληρο το κρεβάτι δηλαδή.
Εγώ κοιμήθηκα στο ίδιο κρεβάτι με το Χριστινάκι, που κάποια στιγμή τη νύχτα άρχισε να μου χαϊδεύει την πλάτη (με μπέρδεψε με άλλονα) και αγριεύτηκα λίγο, αλλά μετά γύρισε πλευρό και συνέχισε την καλοκαιρινή νάρκη της. Καλού κακού έβαλα ανάμεσά μας το σακ βουαγιάζ.

Το πρωί ξυπνήσαμε στις 6, αλώσαμε το φούρνο και 7 και 10 ήμασταν στο δρόμο, σε δύο ασημί polo, από 4 ηλίθιες κάθε αυτοκίνητο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη μεγαλύτερη διάρκεια των διαδρομών, καμία δεν οδηγούσε το δικό της. Ή έκανε τη συνοδηγό ή οδηγούσε της αλληνής. Μη με ρωτάτε γιατί, εγώ δεν έχω καν δίπλωμα.

Της “θείας απ’ το Σικάγο” το αυτοκίνητο είχε κι ένα μαύρο αυτοκόλλητο με την Κρήτη, κάτω αριστερά στο πορτ-μπαγκάζ, για να μη μπερδευόμαστε στο δρόμο και κορνάρουμε σε λάθος ανθρώπους.

Στη διαδρομή μέχρι την Ηγουμενίτσα, δε μ’ αφήσανε ούτε μισό Αντύπα να βάλω, όλη την περσινή blogovision ακούσαμε, ούτε απ’ τ’ Αγρίνιο με περάσανε, να φάω στα Γκούντις, έξαλλη, έτοιμη να ζητήσω τα λεφτά μου πίσω.

Σταματήσαμε στην Αμφιλοχία, απ’ όπου δεν έχω φωτογραφία να σας δείξω (κρίμα τέτοιο ταλέντο, όπως έχουμε ξαναπεί), διότι είχα περάσει από κει για πρώτη φορά στα 17 μου και είχα σοκαριστεί τόσο από τη μελαγχολία που ανάβλυζε ο τόπος που είχα κρυφτεί μέσα στο λεωφορείο (τότε). Αυτή τη φορά περίμενα τις τυρόπιτες μέσα στο αυτοκίνητο. Στα μαγαζιά στέλναμε – σωστά σκεπτόμενες – την πιο fit, για να πάρει πολύτιμες πληροφορίες, σε περίπτωση που εξυπηρετούσε άντρας. Ο φούρναρης της Αμφιλοχίας ήταν το πρώτο θύμα της Συντρόφισσας Ντόρας Εξερευνήτριας. Προσπάθησε να τη γοητεύσει, όταν τον ρώτησε “Και πόση ώρα είναι από δω στην Ηγουμενίτσα”, με την ατάκα “Άσε σε πόσο το κάνω εγώ”. Ναι, δε θέλω να μου πεις σε πόσο το κάνεις εσύ, εγώ δεν έχω χόντα με λεντάκια, ούτε είμαι από δω. Η τυρόπιτα καλή, πάντως.

Στις 11 είχαμε φτάσει στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας (όπως την άφησα το 2000, έτσι είχε παραμείνει), πήγαμε Γκούντιζ, για να σταματήσω τη γκρίνια, χλαμπουνιάσαμε από ένα μπέργκερ κι επιβιβαστήκαμε στο Νηρέα.

Να πω την αλήθεια, ένα σκυλοπνίχτη περίμενα, αλλά το καράβι ήταν μια χαρά, πιάσαμε μια γωνία όπου απλώθηκα και πήρα έναν 45λεπτο ύπνο ωραιότατο. Μέσα στο σαλόνι είχε το κλασικό stand με τα βιβλία Bell, τα σουντόκου και τα σταυρόλεξα. Αναρωτιέμαι παλιότερα, χωρίς τα σουντόκου, πώς περνούσε η ώρα μόνο με τα σκανδιναβικά (πόσες φορές να συμπληρώσεις το επίθετο της Έλλης Στάη στο 3 καθέτως, χωρίς να βαρεθείς;).

Όταν πλησιάζαμε κοντά, βγήκαμε έξω με την Άφρο να δούμε τη θέα. Κοντέψαμε να βάλουμε φωτιά σ’ έναν κάδο στο κατάστρωμα (αναρχοαυτόνομες ηλίθιες) και με τούτα και με κείνα φτάσαμε όλοι σώοι κατά τις 2 στο λιμάνι του Γάιου.

Κι επειδή είμαι δεινή φωτογράφος, πάρτε δυο σετ πλαστικές καρέκλες (χωρίς τους φραπέδες στο μπούτι και χωρίς το μπούτι γενικώς) και μερική άποψη του νησιού του Άη Νικόλα, στην είσοδο του Γαΐου.

Μέχρι να βρούμε πού είναι τα δωμάτια κάναμε 3 κύκλους όλο το Γάιο, διότι η (τα ζα μου αργά) ιδιοκτήτρια, χωρίς να έχει τοποθετήσει ταμπέλα, μάς έλεγε ότι είναι δίπλα από το Ειρηνοδικείο, χωρίς να μας διευκρινίσει ότι το Ειρηνοδικείο ΔΕΝ είναι στην παραλιακή, όπως ΟΛΑ τα περιφερειακά Ειρηνοδικεία του κόσμου τούτου (μιλάει η εμπειρία στον τομέα αυτόν), οπότε μετά από κανένα τέταρτο βρήκαμε την πόρτα και αισίως ξεφορτώσαμε.

Στο τρίκλινο εγκαταστάθηκε η υποομάδα “Γκεστάπο με ένα touch από coolness“, δηλαδή εγώ, η “Μεγάλη Μ” και η Β.
Από κάτω, στο άλλο τρίκλινο με την ενωμένη γκαρσονιέρα, εγκαταστάθηκαν οι υπόλοιπες.

Το μεσημέρι εκείνο πήγαμε στο “Μαρμάρι“, αν θυμάμαι καλά, διότι ζούσα ένα χανγκόβερ χωρίς να έχουν προηγηθεί ξύδια (να δεις θα φταίει που δε μου είχαν βάλει ν’ ακούσω καθόλου Αντύπα στη διαδρομή).

Στο δρόμο για την παραλία είχε μια μάντρα με αυτή την ωραία λεπτομέρεια φούξια ξιφία (under extinction) σε τετ α τετ με τσιπούρα. Με ρωτήσανε “γιατί το βγάζω αυτό φωτογραφία”. Τους απάντησα “γιατί έχω κι ένα μπλογκ να συντηρήσω”. Τί “γιατί”, φούξια ψάρια σε περίφραξη, χαλόοοοοουου;

Η παραλία ήταν πολύ κοντά στο Γάιο, άσκημη δεν την έλεγες, με τις κροκάλες της (Καψούλα + κροκάλες = Love), με τα δεντράκια της, με το που ανοίξαμε την ομπρέλα της θείας από τα Τζάμπο, την πήρε και τη σήκωσε το ενάμισι μποφώρ που είχε (άμα είναι πχοιοτικό το πράμα), μείναμε και ψηθήκαμε 8 ηλίθιες με μιάμιση ομπρέλα και ένα εβιάν.

Η θάλασσα ήταν εκπληκτικά ζεστή, δηλαδή εγώ, που τη θέλω σούπα, μπήκα με τη μία, χωρίς περιστροφές και χωρίς “κάτσε να βρέξω πόντο πόντο το κορμί μου ως τον αγκώνα και να σκεφτώ λίγο τί θα κάνω με τη ζωή μου και δε γυρνάω πίσω μωρέ, αφού μέχρι τη μέση μπήκα έτσι κι αλλιώς“.

Η λευκή κροκάλα άφηνε στην πετσέτα και στο δέρμα μια ελαφριά πούδρα (ΚαΚοΤρία, που θα ‘λεγε κι ο Γιάννης, στους “Απαράδεκτους”), στεγνώσαμε και φύγαμε για το Λογγό, για να φάμε.
Σε όλη την εκδρομή η “θεία” με το Λουλούδι πλακωνόταν για το πού μπαίνει ο τόνος, στο πρώτο “ο” ή στο δεύτερο (φαντάζεστε πού ήθελα εγώ να τους βάλω τον τόνο), διότι οι μισές πινακίδες το είχαν στη λήγουσα και οι άλλες μισές στην παραλήγουσα. Το ζήτημα είναι ανοικτό, όποιος θέλει, μπορεί να συνεισφέρει, επιλύοντας την απορία.

Ο Λογγός, ένα γραφικό λιμάνι, με ένα παλιό εργοστάσιο στην άκρη του, έμοιαζε πολύ με το Κιόνι της Ιθάκης. Φάγαμε στου “Βασίλη”, ταΐσαμε και δυο γάτες (ταβέρνα χωρίς γάτα να ταΐσεις, δεν είναι ταβέρνα) και γυρίσαμε στο Γάιο.

Χωρίς Αντύπα στο αυτοκίνητο, εννοείται, έξαλλη εγώ.

Κάναμε μπάνιο, στις ενιάμισι ξάπλωσα λίγο να “ξεκουράσω τα πόδια μου” και 10 παρά τέταρτο κοιμόμουν. Διότι τα νιάτα, κύριοι, στις διακοπές φαίνονται. Μέσα στο βαθύ τον ύπνο άκουσα μια φωνή να λέει “Εμείς πάμε για ποτό, θα έρθεις” και δεν είχα κουράγιο ν’ απαντήσω “με δουλεύεις, χριστιανή, δε βλέπεις ότι είμαι σα να ‘σκαβα σε ορυχείο όλη μέρα”.

Τέζα η Καψούλα, είχα προλάβει όμως να βγάλω μια απογευματινή φωτογραφία με τη θέα από το μπαλκόνι μας.

Το πρωί ξύπνησα μετά από δωδεκαμισάωρο beauty sleep. Πρέπει να είχα να κοιμηθώ τόσο απ’ όταν επέστρεψα απ’ την 5ήμερη.
Την επόμενη πήγαμε εκεί:

Ήταν η πρώτη μας μέρα στους Παξούς. Χωρίς Αντύπα και χωρίς να μας διώξουν οι ντόπιοι. Μπορεί να μην ακούσαμε τον αγαπημένο μου λαϊκό αοιδό και πρέσβη του μαλλιού-λασπωτήρα, αλλά είχαμε κρατήσει τα ντεσιμπέλ των 8 ηλίθιων χαμηλά. Ήταν κι αυτό μια νίκη.

To be continued.

ΥΓ. Ωραίος ύπνος, πολύ ωραίος ύπνος. 

Advertisements

10 Comments Add yours

  1. DimitrisDX says:

    Τεράστια αγωνία έχω για την συνέχεια, περιμένω πότε θα παίξει πρώτη φορά Αντύπας. Εκπληκτικό το Κουμπαράς project, αναιρεί το “οχτώ ηλίθιες” με την μία. Πόσο cool ιδέα!

  2. Maria R says:

    Απλά να διορθώσω ότι όποια δεν ερχόταν θα της παίρναμε δώρο με το μερίδιό υης γιατι το κόνσεπτ ήταν κάνουνε η μία στην άλλη δώρο τις φετινες διακοπές για γιορτέσ&γενέθλια!!!! Καψούλα δεν πρόσεχεις τη Μάγκρα&αυτο μόνο σε κακό μπορει να σου βγει!!!!!οχοχοχοχο

  3. Provato says:

    αναμένουμε την συνέχεια της εποποιίας, βενσερέμος, βενσεαντύπας

  4. iLi says:

    Γράψε ένα βιβλίο χριστιανή μου…

  5. kaori says:

    Μαγκρα φορ πρεζιντεντ!! δεν ειναι το μαρμαρι αυτο μωρη παραπληροφορηση η κακη λαγκαδα ειναι

  6. Meta Capsule says:

    Να 'ναι καλά αυτές που έχουν τελειώσει ΑΣΟΕΕ και σκαμπάζουν από τέτοια, αλλιώς σιγά μην το σκεφτόμασταν εμείς οι υπόλοιπες 🙂

  7. Meta Capsule says:

    κλαίω με βενσερέμο, βενσεαντύπα.
    ΠΡΟΒΑΤΟ, ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΑΙ, ΑΛΛΑ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΛΕΜΕ

  8. Meta Capsule says:

    I'm on my way, actually. το μισό θα είναι σ' αυτό το στυλ 🙂

  9. Meta Capsule says:

    μπαρδόν, κοπελιά, να μου το λέγατε μέρα που δε θα είχα χανγκόβερ

  10. Ανώνυμος says:

    εγω τελικά με το τουίτερ ακάου δε μπόρεσα να κάμω κόμεντ, είμαι άλλωστε πασίγνωστη χάκερ, τα χαμε και στο χωριό μου αυτα, τελοσπαντωνε, κυρία καψούλα μου ήθελα να καταθέσω, λίγο το ΚαΚοτρία, λίγο ο Νηρέας, λίγο τα φουξια τα ψάρια, πάλι σας αγάπησα και με τη σειρά μου σας συμβουλεύω να γράψετε ένα βιβλίο να χαρεί ο κόζμος. επίσης, πρόβατο, κυλίστηκα στα πατώματα με το βενσερέμος – βενσεαντύπας.

    αυτά, σας φιλώ σταυρωτά, κατκεμένγκ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s