Αντί ευχετήριας κάρτας.

Ντίαρ ολ,
Στη β΄ λυκείου είχα ένα καρτοκινητό – παντόφλα ν. 42, χωρίς τακούνι. Γερμανικό, μου το είχε δώσει ο πατέρας μου, για να μπορώ να τον παίρνω τηλέφωνο τα σαββατόβραδα που έβγαινα έξω για πορτοκαλάδα (φάντα μπλε), να του λέω «έλα να με μαζέψεις». Στο σχολείο κάποιοι είχαν καρτοκινητά, ενώ κάποιοι άλλοι έπαιζαν ακόμα με game boy την ώρα του μαθήματος και δεν έπαιζαν μαζί μας «αναπάντητες», δηλαδή ποιος θα πάρει και θα κλείσει πιο γρήγορα τον άλλο, ώστε να μην τον χρεώσει.
Ένα μεσημέρι μετά το μάθημα, είχαμε μείνει στο σχολείο, να κάνουμε πρόβα για μια γιορτή. Δε θυμάμαι αν ήταν «εθνική» ή κάτι άλλο. Δέκα άτομα είχαμε ξεμείνει, οι μουσικοί κυρίως (κι εγώ, η Montserrat), όταν με πλησίασε ο Ν, συμμαθητής από την 1η γυμνασίου, να με ρωτήσει αν μπορεί να στείλει κάπου ένα μήνυμα από το κινητό μου. «Εννοείται», του είπα, του έδωσα την παντόφλα και – ενστικτωδώς – επειδή τις μισές επαφές τις είχα περάσει με nicknames που μόνο εγώ καταλάβαινα, του είπα «αν θέλεις να στείλεις μήνυμα στη Δ», την έχω περάσει ως «Α…».
Ήταν το μεσημεροαπόγευμα που ο Ν και η Δ «τα φτιάξανε». Όση ώρα κάναμε οι υπόλοιποι πρόβα το «Τί ζητάς, Αθανασία, στο μπαλκόνι μου μπροστά». Στο τσακίρ κέφι.
Πέρασε η σχολική χρονιά 1999-2000, στις πανελλαδικές του 2001 ο Ν πέρασε χίλια μύρια κύματα μακριά απ’ το σπίτι του, η Δ πέρασε γύρω στα 70 χλμ. μακριά απ’ το δικό της.  
Τα παιδιά συνέχισαν να είναι μαζί μέχρι σήμερα. Πρόπερσι η Δ έμεινε έγκυος μια χαριτωμένη μπέμπα με κωδικό όνομα «Φράουλα»και φέτος είπαν να παντρευτούν σ’ ένα κτήμα λίγο έξω απ’ το Ηράκλειο, σετάροντας το συγκεκριμένο μυστήριο με το μυστήριο της βάφτισηε. Μια φορά έχω βαφτίσει κι εγώ, 10 κιλά ήτανε το δικό μου «κάτσε κάτω απ’ τη μπέμπα μου φωνάζανε». Η «Φράουλα» ήταν αέρινη και μπουμπουκένια.
Το σετ μυστηρίων είχε προγραμματιστεί για το προηγούμενο Σάββατο, 9 Ιούνη, στις 6 το απόγευμα. Μετά τα κομμωτήριακαι τα σφουγγαρίσματα στις μάπες μας, γίναμε κιουρίες και πήγαμε σε δόσεις στο κτήμα του ηβέντ. Πλησιάζοντας με τον πατέρα μου μέσα στο αυτοκίνητο, είδα δυο κοπέλες, που μοιάζανε με τις κουμπάρες κι έβγαλα τη χερούκλα έξω κι άρχισα να χαιρετάω (πάλι καλά που δε φώναξα κανένα «πού ‘σαι μωρή αρρώστια») και κλασικά έγινα ρεζίλι, παίρνοντας το ύφος «να μωρέ, τους από πίσω φανταστικούς φίλους μου χαιρετούσα».
Κουβαλούσα μια διακριτική λάμπα για δώρο των παιδιών (έγερνα σαν τον Τιτανικό) και κάτι πριγκιπισσένιες πετσέτες για τη «Φράουλα», που είμαι σίγουρη ότι θα τις κάνει φύλλο και φτερό, μόλις τις πιάσει στα χέρια της, αλλά έτσι είναι τα ξύπνια παιδιά, πασπατεύουν τα πάντα, τί να κάνουμε τώρα.
Μετά το «γουέλκαμ ντρινκ», έσκασε μύτη ο γαμπρός, με μαύρο λινό κουστούμι, άσπρο πουκάμισο και λεπτή μαύρη γραβάτα με ανθρακί «νερά». Γνωρίζοντάς τον από το σχολείο, όπου κυκλοφορούσαμε με τις «fruit of the loom» και την κίτρινη αρβύλα και δεδομένου ότι άκουγε «Helloween» και κάθε Νοέμβρη που βγαίναν οι κολοκύθες στον κήπο του παππού μου, του πήγαινα και μία, είπα «γουάου, ντύθηκε όπως κάθε γαμπρός».
False alarm, φίλες και φίλοι. Θα εξηγήσω αργότερα.
Σε λίγο ήρθε και η νύφη, χειροκροτήσαμε, κρατηθήκαμε να μην κλάψουμε και στηθήκαμε έξω από το εκκλησάκι, πρώτη μούρη, για να παρακολουθήσουμε τα μυστήρια από κοντά, διότι ήταν το μόνο σημείο κοντά στο ζευγάρι όπου είχε σκιά. Οι υπόλοιποι καλεσμένοι ήταν στα 50 μέτρα και το ‘βλεπαν σε φάση «θερινό σινεμά», καρεκλίτσα, αουτάν και γουέλκαμ ντρινκ, καν’πιο κει, δε βλέπω συμπεθέρες.
Σημαντική λεπτομέρεια, κουμπάρα γάμου η Μ, συμμαθήτριά μας και αυτή, και νονά η «θεία απ’ το Σικάγο» κι αυτή – προφανώς – συμμαθήτριά μας και διπλανή μου επί 4 έτη, μέχρι που μας χώρισαν στην α΄ λυκείου, γιατί (άκουσον άκουσον), μιλούσαμε πολύ! Η νονάφορούσε ένα εξαίσιο κρεπ ντε σιν με δαντέλα γκρι-τσαγαλί, δημιουργία του φίλου Γιώργου Σειρηνίδη, για το οποίο είχαμε κάμει 5-6 διασκεδαστικές πρόβες στα διάφορα σπίτια των Αθηνών. Το αποτέλεσμα ήταν ιδανικό κι ο καημός μας ήταν μην πέσει το λάδι πάνω στο φόρεμα και κλαίμε τη δημιουργία εν τω μέσω του μυστηρίου (είμαστε ρηχές, ποτέ δεν είπα το αντίθετο).
Εγώ φορούσα ένα φουσκωτό μαύρο φόρεμα, μεσάτο τύπου κοκτέηλ, γιατί τα μπιρμπιλόνια δε μ’ αρέσουνε, μ’ ένα χοντρό δωδεκάποντο από κάτω και όσο παρακολουθούσα το μυστήριο στηριζόμουν μία στον προβολέα του φωτογράφου, μία στον ταλαίπωρο φίλο μας Σ, που τον είχαμε για όλα τα heavy duties.
Τα μυστήρια εξελίχθησαν κανονικά, αν εξαιρέσεις τη φίλη «Λουλούδι», που ηράσθη τον παπά και μου τραγουδούσε την ώρα των τελετών «εγώωω μιλώω με προοσευχέεεες» και της είπα ν’ αρχίσει την αγιογραφία, αν το ‘χει όνειρο να γίνει πρεσβυτέρα. Highlight της βάφτισης, η στιγμή που ο πατήρ σηκώνει τα μανίκια για να χώσει τις πατητές στη μπέμπα και φαίνεται απ’ το δεξί χέρι το μαύρο βραχιολάκι ισορροπίας και απ’ το αριστερό το Tag Heuer.
Μετά από αυτό, το «Λουλούδι» stalkαρε (sic) τον παπά σε κάθε βήμα του, ανακοινώνοντάς μας ότι «έβγαλε την καλύτερη φωτογραφία του γάμου», δηλαδή τον παπά να υπογράφει τα χαρτιά του γάμου. Τα ύστερα του κόσμου. Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας. Τσάμπερλεν, μάμπερλεν κιέτς.
Ο παπάς πήρε γαμπρό και νύφη, όπως ήταν με τα στέφανα, από το χεράκι, τους κατηύθυνε στην είσοδο της δεξίωσης κι ο γαμπρός, περνώντας από μπροστά μας έκανε ένα θεσπέσιο sign of the horns, βγάζοντάς μας και την αντίστοιχη, μικρή κραυγούλα ενθουσιασμού. Much more than what I expected.
Μετά στηθήκαμε στην ουρά για να χαιρετίσουμε τα παιδιά (διάβαζε: να πέσουμε με φόρα πάνω τους) και καθίσαμε στις ροτόντες, να τα πούμε και με τους δύο κολλητούς που έχουν παραμείνει Ελλάδα, τον Κορνήλιο και το Γιατρό. O τρίτος κολλητός ξενιτεύτηκε στη Δρέσδη.
Κι εκεί που είχαμε όλοι πει, εντάξει, ο γαμπρός εμφανίστηκε σα γαμπρός, όπως θα ‘λεγε και ο μέγας αοιδός Αντύπας, έβγαλε το σακάκι κι εμφανίστηκε το άσπρο πουκάμισο με τη στάμπα Motorhead από πίσω. Χειροκρότημα αυθόρμητο, συγκίνηση, ο Lemmy πάντα θα μας ενώνει.
Οι συμμαθητές του άλλου τραπεζιού ήταν όπως τους είχα αφήσει. Μερικούς τους πετύχαινα κατά καιρούς στο δρόμο ή στο μαγαζί του γαμπρού, άλλους είχα να τους δω 10 χρόνια. Τα είπαμε σα να είχαμε την ακριβώς προηγούμενη μέρα μάθημα και την ακριβώς επόμενη να είχαμε κανονίσει να πάμε σινεμά, να δούμε τον «Τιτανικό».
Η φίλη «Λουλούδι» με τη φίλη «Συντρόφισσα Λάο Τσε» έκαναν μια γύρα στους άλλους τρεις «γειτονικούς» γάμους, από τους οποίους γύρισαν ενθουσιασμένες, διότι πέτυχαν δυο typical συντοπίτες μου, στα κατάμαυρα, με μαύρισμα «ξέρεις ηντά ‘ναι να σαλαγάς διακόσες προβάτες κάθε μέρα πάνω στα όρη; Σαν του μαϊμουνιού τον κώλο γίνεται η μούρη σου».
Οι συντοπίτες τούς εξήγησαν τι ήταν το «αντικριστό κρέας» που ψηνόταν απέναντι από τα κάρβουνα κι όχι πάνω τους, καθώς και ότι τα όργανα του διπλανού γάμου (τα κρουστά προφανώς) ήταν φτιαγμένα από δέρμα κρητικών ζώων.
Αν πάει ποτέ μέλος της WWF εκεί, θ’ αυτοπυρπολυθεί με τα κάρβουνα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Φωτογραφίες δε βάζω, γιατί θα τρομάξετε (εντύπωση «μεσιέ κανιμπάλ, ζενβεπαμουρίρ») και θα χάσουμε και τους λίγους Έλληνες τουρίστες που μας έχουν απομείνει.
Οι Αθηναίες φίλες με τις φολκλόρ αναζητήσεις και συγκεκριμένα αυτή που κρατούσε τη φωτογραφική μηχανή, μόλις ολοκλήρωσε τη φωτογράφηση των κρεάτων, με και χωρίς τη μάπα καθεμιάς, άκουσαν τα εξής από τους παρακείμενους μαυροφορεμένους συντοπίτες:
«Ήβγαλες τα κρέατα, ήβγαλες τα κάρβουνα, ήβγαλες εσένα με τα κάρβουνα και τα κρέατα, εμάς δε θα μας-ε-βγάλεις μια φωτογραφία;».
Υπάρχει φωτογραφικό υλικό, κάθε μία με το installation για τις κατσικοκεφαλές και τους μαυροφορεμένους εκατέρωθεν. Τις κέρασαν και κρασί δικό τους. Ε, μετά απλώς τις τρομοκρατήσαμε ότι εδώ «κλέβουνε» τις νύφες, θέλουν δε θέλουν και τις πάνε στην εκκλησία με το ζόρι.
«Και γιατί να κλέψουν εμάς, που δεν είμαστε από δω;»
«Γιατί έχετε δύο φρύδια από γεννησιμιού σας και δεν αποκτάτε ξαφνικά από ένα, δύο, περί την α΄ γυμνασίου, που πλέον σας μπερδεύουν με τον ξάδερφό σας το Νώντα και πρέπει να πιάσετε τσιμπιδάκι φρυδιώνε στα χέρια σας».
Προσωπικά, δεν έκατσα κάτω τον ποπουδίνο μου, βοήθησε αρκετά στα τσιφτετέλια η φίλη Β, αλλά και η «Συντρόφισσα Λάο Τσε». Η (κούκλα) νύφη δε μπορούσε να πολυκουνηθεί, διότι είναι έγκυος στο γιο, αλλά οι υπόλοιπες ξύσαμε τα πατώματα. Ε, «the first of the gang to get married» ήτανε, να μην κουνήσουμε το κορμί μας χαρωπά, να φανεί και η υψηλή μας κουλτούρα (ιδιαίτερα την ώρα του Notis).
Απέξω Audrey Hepburn κι από μέσα Πάολα.
      Φύγαμε εξακολουθώντας την τρομοκρατία προς τη φίλη «Λουλούδι», τουτέστιν «Θα σε παραφυλάνε με το διπλοκάμπινο αγροτικό στην έξοδο του κτήματος» και πολύ το φχαριστηθήκαμε.
            Εννοείται ότι ξέχασα να γράψω κάρτα στα παιδιά (ένα μυαλό χειμώνα – καλοκαίρι…) οπότε το παρόν λειτουργεί και ως κάρτα ευχών, πολλών και εγκάρδιων, για μια όμορφη ζωή, με υγεία, ευτυχία κι ακούσματα του Lemmy.
            Την ίδια ημέρα που παντρευόταν τα παιδιά, στην Αθήνα διοργανωνόταν το Athens Pride και συγκεκριμένα θα γινόταν η παρέλαση. Δεν πήγα, γιατί έπρεπε να είμαι στην Κρήτη. Εύχομαι το συντομότερο δυνατό να μπορώ να παρευρίσκομαι και σε γάμους ανθρώπων του ίδιου φίλου. Γιατί όπως έλεγε και η φετινή αφίσα του Pride, «Αγάπα με, είναι δωρεάν». Δωρεάν αγαπήσαμε τους φίλους και τους συμμαθητές μας. Δωρεάν αγαπάμε όλους τους ανθρώπους.
            Να ζήσετε!
Advertisements

3 Comments Add yours

  1. Provato says:

    σνιφ σνιφ…. να ζήσουν! και στα δικά μας οι ανύπανδροι.

  2. Miss L. says:

    Polu kalo posr dear!!! Kai sta dika sou!!! 🙂

  3. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s