The U.S. diaries: Σήμερα γάμος γίνεται.

Μετά από απαίτηση εκατοντάδων χιλιάδων αναγνωστών του καψουλομπλόγκ, μετά από δεκάδες επιστολές παράκλησης (και ορισμένες – δε σας κρύβω – με απειλητικό περιεχόμενο), μετά από έναν συμβολικό αποκλεισμό του σπιτιού μου για αρκετές ώρες, κάτω από το οποίο ακούστηκαν οργισμένες φωνές αναγνωστών να κράζουν
“Φτάσε στο γάμο επιτέλους, μας έχεις ταράξει στο μουσείο και το τί φάγατε”
,
μετά από τηλεφωνική παρέμβαση της Χίλαρι Κλίντον και ιδίως μετά τη διήγηση της τετραήμερης περιπλάνησης στο Μανχάτταν, ήρθε η ώρα του μυστηρίου.

Την Πέμπτη, μια ημέρα πριν το γάμο, η ξαδέρφη είχε κανονίσει φουλ girly πρόγραμμα (στην απλή ακρόασή του, σου ερχόταν περίοδος), ήτοι: νυχάδικο για μανικιούρ/πεντικιούρ/μασάζ ποδιών/σκραμπ/θεραπεία ενυδάτωσης, εξόρμηση στην κωμόπολη του Hoboken που βρίσκεται στη δυτική ακτή του Hudson River, φαγητό, καφέ, ψώνια (γουάου), καπκέικς και πίσω στο σπίτι (διότι το βράδυ είχε κανονιστεί το rehearsal dinner, που στο χωριό το λέμε απλώς “πρόγαμο“).

Φύγαμε νωρίς από το σπίτι και πήγαμε στο νυχάδικο το οποίο είναι ιδιοκτησία (όπως και το 99% των νυχάδικων της Βόρειας Αμερικής), μιας Γιαπωνέζας.
Οι πρόγονοί της πρέπει να είχαν πάει όλοι από χαρακίρι (το ίδιο άτυχα ηρωικό τέλος διαβλέπω για την ίδια), έβλεπες στο μάτι της proactively την απελπισία από την παρουσία και μόνο του πελάτη μπροστά στο σταντ με τα μανό.

Έκατσα πέντε λεπτά να βρω χρώμα και μόνο που δε μου τάισε το “sheer bliss”, βλέποντάς με αναποφάσιστη. Πήρα ήσυχα το μπουκαλάκι στο χέρι (είχα γλιτώσει τη χαστούκα και ήμουν ευγνώμων), έκατσα στον καναπέ και περίμενα ν’ αδειάσει μια θέση, για να με περιλάβει η Ινδονήσια υπάλληλος.

Το μόνο που έχω να δηλώσω για το νυχάδικο είναι ότι: ΕΙΧΕ ΚΑΡΕΚΛΑ ΜΕ ΜΑΣΑΖ ΣΙΑΤΣΟΥ και χέστηκα που δεν κράτησε το μανικιούρ (για το πεντικιούρ να δεις πόσο χέστηκα).

Κατά τις 12 είχαμε φτάσει στο Hoboken, όπου μένουν πάρα πολλοί νέοι που δουλεύουν στο Μανχάτταν, αφενός διότι είναι απέναντι από αυτό κι αφετέρου διότι έχει (πιο) φτηνά νοίκια απ’ ό,τι downtown. Εκεί που είναι να δώσεις ξερωγώ 6 χιλιάρικα το μήνα, δίνεις 4 και βρίσκεις και πάρκινγκ πιο εύκολα.
Έφαγα αυτό το χάμπουργκερ σε 5′ μέσα. Η ξαδέρφη ήταν έτοιμη να ψάξει τα εφημερεύοντα.
Πόσο λίγο με ξέρει το σόι μου…

Πιάτο το Μανχάτταν απέναντι, περνάς και με το φέρι. Σ’ αυτό το μέρος έκαμε πρόταση γάμου στην ξαδέρφη ο μελλοντικός ξάδερφος και έχουν βγάλει όλες τις φωτογραφίες του αρραβώνα. Πώς πήγαινε παλιά ο κόσμος σε αντίστοιχες περιστάσεις στου Φιλοπάππου; Το ίδιο, αλλά χωρίς λόφο.
Εδώ με την αδερφή, πριν περάσει μια θειά να μας πει ότι τα μαλλιά μας από πίσω μοιάζουν με διαφήμιση σαμπουάν (καργιόλα Pantene διάλεξες την ξινέγκω τη Μακρυπούλια over us. Γι’ αυτό κι εγώ μόνο ούλτρεξ).
Τα ψώνια απ’ το Hoboken ήταν τα ως άνω cupcakes, οι καλύτερες γεύσεις του Crumbs σε μικρά, που τρως μισό και δε θες να ξαναφάς όλη μέρα (αν βέβαια είσαι φυσιολογικός άνθρωπος κι όχι χλαπάκω σαν εμένα).
Στο σπίτι ντυθήκαμε για το rehearsal dinner, αλλά από τη νύστα δε μπορούσαμε να συρθούμε ως την εκκλησία, όπου θα έκαναν κι άλλο rehearsal, του γάμου. Τόση πρόβα ούτε τα μπαλέτα στο Ρουβά, την παραμονή της πρεμιέρας.

Απ’ το rehearsal dinner δεν έχω φωτογραφίες, γιατί ήμουν πάρα πολύ απασχολημένη, μία με τη μπρουσκέτα, μία με το να μετράω τις αδερφές της νύφης (τις έβγαλα 25, αλλά μπορεί να με είχαν ζαλίσει οι μπύρες ή απλώς να έμοιαζαν πολύ με τις ξαδέρφες/συννυφάδες/ μοδίστρες τους).

Εκείνη τη μέρα έκανε ζέστη – αντικειμενικά μιλώντας – ωστόσο το βράδυ ένα κρυουλάκι το είχε, οπότε ντύθηκα όπως σε (ημι)επίσημη έξοδο (είχα ρωτήσει την ξαδέρφη τί σκατά φοράμε στα ρηχέρσαλ και μου είχε πει σχεδόν γαμηλιάτικα) για ν΄αντικρύσω το εξής θέαμα:

Συμπεθέρα (μάνα νύφης), με μαλλί “χάλασαν τ’ αμορτισέρ κι έσκυψα δυο λεπτά κάτω απ’ το νισσάν να δω τί γίνεται”, σολάριουμ Βασίλειου Κωστέτσου, τζιν 2 νούμερα μεγαλύτερο, εμπριμέ τουνίκ και πλαστικό τσόκαρο. Στην αρχή νόμιζα ότι είναι η γυναίκα του διπλανού φαναρτζή (τουτέστιν: άσχετη με το γάμο), πώς δε μου’ φυγε καμιά μαλακία.

Αδερφές νύφης με άουτφιτ και καούκα “Ειρήνη από το Ρετιρέ”, only more irish-like, εκτός από την τατουατζού αδερφή, που φορούσε ντεπιές και χρωματιστά heeled oxfords (όλο το στυλ του συμπεθεριού πάνω της).

Νύφη με σαγιονάρα δίχαλη και ζέρσεϋ καρώ φόρεμα, του κατακαλόκαιρου. Παρατεταμένος ενθουσιασμός στους κατοίκους των Ανατολικών Πολιτειών λόγω των 20 βαθμών Κελσίου. Κακή κουβέντα για τη νύφη μας δε θα πω, γιατί είναι γλυκύτατη και τον αγαπεί τον ξάδερφο.

Κουμπάρος δευτεραγωνιστής σε ταινία σαββατιάτικη μεσημεριανή του Σταρ, λατινοαμερικάνικης (;) καταγωγής, παχουλοκομψός, με 4 στρέμματα τατουάζ σε κάθε χέρι, ξυρισμένος γουλί, με μπλούζα των Giants. Stay classy, κουμπάρε. Τον κολλητό σου παντρεύεις, αν μη τι άλλο.

Σύζυγος μιας από τις αδερφές της νύφης: Πορτορικάνος λαθρέμπορας, ντυμένος “διάλυση του Βιλδιρίδη, ό,τι πάρεις σε 20 καράτια, 5 ευρώ”. Στο 3χρονο παιδάκι του είχε τρυπήσει το αριστερό αυτί. Βερμούδα και παντούφλα, γιατί είχε λιάσει το πρωί και ήταν κρίμα να μη βγάλει τη γαμπίτσα του έξω. Σε επίσημη εμφάνιση.

Κουμπάρα με κοκαλωμένη μπούκλα (εδώ είμαστε), τουλάχιστον ήταν ντυμένη κάπως πιο επίσημα και δεν ένιωθα τη στυλιστική μοναξιά της Μαργκερίτα Μισσόνι σε ψαροταβέρνα της Κάτω Αλικαρνασσού.

Τελειώσαμε νωρίς το φαΐ και γυρίσαμε στο σπίτι, να ψοφήσουμε στον ύπνο, ενώ δεν είχαμε κάνει καμιά φοβερή δραστηριότητα (εντάξει, είχα βγάλει το χαρτάκι ψησίματος από 6 καπέικς, δεν το λες και λίγο).
Την ημέρα του γάμου, μετά το πρωινό, περάσαμε μια βόλτα από ένα cash&carry, για να πάρει ο θείος κάτι προμήθειες που ήθελε για το σπίτι (10 κιλά ένταμ, μια κούτα Windex, κ.λπ.).
Όταν επιστρέψαμε, βρήκαμε τον κουμπάρο (αριστερά) και το γαμπρό (δεξιά) να χαζεύουν στο σαλόνι, όσο στην κουζίνα είχε απλωθεί μια φραντζολομπαγκέτα 1,5 μέτρο (no kidding), με άγνωστο περιεχόμενο, για να ‘χουν τα παιδιά να τσιμπάνε.
Μουσική δεν είχαν βάλει, το μόνο που “έπαιζε” από πχιουρ φαν ήταν το Ούζο Μεταξά της φωτογραφίας (δε γνώριζα την ύπαρξή του, τ’ ομολογώ)…

… Κι αυτές οι μπύρες. Που δεν τις λες και μπύρες τις corona.
Ούτε μισό ξηροκάρπι, ούτε ένας μπεζές, μια ρακή να χυθεί στο τραπεζάκι του σαλονιού, να υστεριαστούν οι νοικοκυρές που το οινόπνευμα χαλάει το λούστρο.
Ούτε μισό τραγούδι δεν έπαιξε, έτοιμη ήμουν να κατεβάσω τα εμπιθρή της ξεφτιλο – πλέιλιστ που έχω φτιάξει για τους γάμους, αλλά λυπήθηκα τους φίλους του γαμπρού που θα ερχόταν για πρώτη φορά σε επαφή με την ελληνική “κουλτούρα” μέσω των ερμηνειών του Κώστα Χαριτοδιπλωμένου (αυτά θέλουν οι δικές μου οι φίλες ν’ ακουν πριν το γάμο τους, τί να κάνουμε). Η ξαδέρφη αριστερά, της είχε πέσει η μπούκλα απ’ το πρωί κι έψελνε την κομμώτρια, εγώ δεξιά, μη έχοντας συνειδητοποιήσει ότι έχω φτιάξει μπιριμπόμπρατσο, χωρίς καν να γνωρίζω μπιρίμπα. Στη μέση η Βάνα Μπάρμπα, για μια και μοναδική εμφάνιση στο Lyndhurst.
Δεν έβαλα πιο κοντινή φωτογραφία, γιατί η αδερφή μου μοιάζει με τον Τάκη Ζαχαράτο – όταν παριστάνει τη Βάνα – μέσα σε λούρεξ και δεν θέλω να του το κάνω αυτό του Τάκη, τον συμπαθώ πολύ.

Η ξαδέρφη με το θείο στις σκάλες του σπιτιού, πριν φορτωθούμε στα αυτοκίνητα όλοι, πλην του γαμπρού και του κουμπάρου, που πήγαν με τη λιμουζίνα (στο ένα και μοναδικό πηγάδι του Lyndhurst κατουρήσαμε οι υπόλοιποι).

Η καθολική εκκλησία όπου έγινε ο γάμος, με το ασορτί ΚΑΠΗ της απέναντι.

Ο καθολικός παπάς, Ιταλός με βαριά προφορά, ίδιος ο Ντον Τομαζίνο απ’ το Νονό. Τους είχε ρημάξει στην πρόβα όλες τις προηγούμενες μέρες, πού θα σταθούνε και πώς και πόση ώρα και με ποιά ταχύτητα θα ξετυλίξουν οι groomsmen το ρολό πάνω στο isle, πριν περάσει η νύφη. Κλασική περίπτωση bossy πρώην απουσιολόγου που εστράφη στη θρησκεία.

Ο πατέρας χαζεύει το βιβλίο προσευχών που είχε σε κάθε θέση. Καθίσαμε πίσω απ’ τους groomsmen, πάλι για να μη βλέπω η κοντή, ούτε καθιστή, ούτε όρθια.

Μετά από αναμονή μισής ώρας άρχισαν να μπαίνουν μέσα ανά σετ μία bridesmaid κι ένας groomsman, στο τέλος του isle έπαιρνε ο καθένας τη θέση του και κοίταζε προς τον παπά, με ευλάβεια, μην τυχόν και κατεβάσει κανένα σιτσιλιάνικο καντήλι.


Ο ξάδερφος (δεξιά) περιμένει με προσμονή τη νύφη, αλλά πρώτα σκάει μύτη η πεθερά:

Ευτυχώς είχαμε ιδέα απ’ την προηγούμενη του τί θ΄αντιμετωπίζαμε. Ύφος “στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα έναν κόκορα“, ακριβώς μόλις τον έχει ξεπουπουλιάσει επιτυχώς (στην πραγματικότητα ο κόκορας πήγε απ’ την τρομάρα του, μόλις είδε το σολάριουμ της συμπεθέρας. Τί κακό κι αυτό με την αμερικάνικη λαμπολατρεία…).

Η νύφη με το νονό της, walking down the isle, που λέμε και στο χωριό. Η συγκεκριμένη νύφη είναι μία από τις ελάχιστες νύφες (για να μην πω η μοναδική) μπορούσε να φορέσει ένα τουρτέ νυφικό (εμένα δε μ’ αρέσουν τα τουρτέ, βασικά δε μ’ αρέσουν τα νυφικά, αλλά δεν είν’ το θέμα μας αυτό) και να της πηγαίνει, διότι ζύγιζε περί τα 45 κιλά (μαζί με τα μαλλιά και τα παπούτσια), οπότε αναδεικνυόταν η μεσούλα και το φρουφρουδάκι από κάτω.

Πιρπίριζε η νύφη (τη λένε και “Ανατολή”, οπότε ήταν λογικό και αναμενόμενο), ηταν αυτό που λέμε “νυφένια” νύφη, με ουρά, κορσέ, πέπλο, σβαρόφσκι, σκουλαρίκια, τιάρα και ό,τι άλλο φοράνε οι νύφες που το ζούν και γενικώς ήταν πολύ χαρούμενη.
Σημαντική λεπτομέρεια, το γλαστρικό στο χέρι το κρατούσε η ίδια, δεν το έφερε ο ξάδερφος από το σπίτι. Χειραφέτηση απ’ την πρώτη στιγμή, σου λέει.

Προχώρησαν τα παιδιά μπροστά και κάθισαν σε δυο θέσεις που υπήρχαν παραπλεύρως, υπό το άγρυπνο βλέμα του Ντον Τομαζίνο, που ήταν ικανός να του στείλει “να κοιμηθούν με τα ψάρια“, αν δεν έκαναν κάτι by the book (εγώ σας τα ‘λεγα να πάτε σ’ ένα δήμαρχο/συμβολαιογράφο/στο Βέγκας, εν ανάγκη).

Μετά το “γουί χαβ γκάδερντ χίαρ του σελεμπρέιτ, μπλα μπλα” του παπά, όλο με προφορά Μάρλον Μπράντο και αντίστοιχο σήκωμα φρυδιού, ανέβηκε η κυρία με το ντεπιές στο βήμα και κάτι διάβασε, που δεν του ΄δωσα ιδιαίτερη σημασία, διότι χάζευα τον κόσμο που μαζευόταν.
Οι περισσότεροι είχαν έρθει μετά τη δουλειά (ή σε διάλειμμα από αυτήν). Οι μισοί ήταν με τις φόρμες και είχα αρχίσει να αγχώνομαι, μήπως ήμουν πάαααλι overdressed, παρά τις σαφείς οδηγίες της ξαδέρφης για κάτι “shiny”.

Μετά την κυριούλα ξεκίνησε η χοντρή σοπράνο να τραγουδάει από το γυναικωνίτη. Τα παιδιά ξαναέκατσαν (κι εμείς μαζί), μετά από χαρακτηριστική κίνηση χεριών του παπά “έεει, όπ”.
Τέλειωσε η σοπράνο, ξανασηκώθηκαν τα παιδιά, πλησίασαν και οι κουμπάροι. Η κουμπάρα ήταν τουρκικής καταγωγής, πολύ όμορφη, τη σκότωνε βέβαια το δαμασκηνί άουτφιτ, αλλά πιο πολύ θα τη σκότωνε ο κουμπάρος, αν έπεφτε πάνω της.

Πρώτα “άλλαξαν όρκους” και μετά “βέρες”. Νομίζω ότι είπαν τους κλασικούς όρκους – κονσέρβα που λένε στους καθολικούς γάμους και δεν έγραψαν άλλους, γιατί ήταν αρκετά familiar στο αυτί μου (πόσες και πόσες ταινίες).


Τη χούφτωσε και με την ευλογία του παπα – Τομαζίνο.

Την ξαναχούφτωσε. Ο παπα-Τομαζίνο με ύφος επιδοκιμασίας. Κυρίως επειδή του βγήκε η πρόβα.
Ήθελαν να παίζει Οffspring εκείνη την ώρα (αν κρίνω από το ύφος τους), all they got ήταν η χοντρή σοπράνο.
Χαιρετίσαμε και βγήκαμε έξω, για ν’ αντικρύσουμε αυτό το θέμα.

ΠΟΥ. ΕΙΝΑΙ. ΤΑ. ΡΥΖΙΑ??

Και ξανά, πού ‘ναι τα ρύζια, δε σου λέω να τους πετάς κουφέτα, μην ανοίξεις κανα κεφάλι, αλλά…

ΠΙΣΤΟΛΙ ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΗΘΡΑΣ.

ΓΙΑΤΙ??????????

Για καλή τύχη της γιαγιάς μου, δεν το είδε αυτό να συμβαίνει.

Η φωτογράφος του γάμου, μια ξανθιά νταρντάνα απόγονος Γκεσταπίτη (που τη γλίτωσε εγκαίρως όταν μπαγλαρώναν τους Ναζί και κρύφτηκε σε μια καλύβα στο Τέξας, όπου τεκνοποίησε), έστησε τα παιδιά με τη σαμπανιέρα, για να τους βγάλει φωτογραφία με τη βεβ-κλικό να ρέει στην καταπιώνα. Θα επανέλθω στο ζήτημα “φωτογράφος γάμου”, είναι στα nightmare material αυτού του ταξιδιού.

“Τί θα γίνει, παλικάρια, πόση ώρα θα πιάνω 23 θέσεις;”

Το τραπέζι ήταν σε ένα ξενοδοχείο στο Clifton. Με τον τεχνητό μίνι – καταρράκτη μεταφερόσουν νοερά στα Ζαγοροχώρια.
Το Clifton είναι μια πόλη μικρή, με υπέροχα σπίτια, δίπατα, σαν αυτό που αχνοφαίνεται στο βάθος αριστερά. Κι άλλα νερά, απέναντι από το μίνι – καταρράκτη. Φενγκ σούι κιέτς.

Τα gazebo μου θυμίζουν πάντα τη σκηνή από τη “Μελωδία της Ευτυχίας”, “You are sixteen, going on seventeen”. Ακόμα και σήμερα κάνω το συνειρμό και θέλω να φτύξω τον ξανθομπάμπουρα ταχυδρόμο – κολλητιρτζή της κόρης Φον Τραπ.

Εννοείται ότι κάναμε 4000 μίλια για να ξεχάσουμε να γράψουμε στο guestbook.

Στο cocktail hour μπήκαμε σ’ αυτή την αίθουσα, κάθε γωνία της οποίας είχε από έναν ψήστη/σερβιτόρο: δυτικά κινέζικο, ανατολικά χοτ ντογκ (ανάποδα τα βάλανε αυτά), βόρεια τυριά, νότια μπουφές με κρύα πιάτα.

Απέναντί μας κάθισε ένας τύπος με μαλλιά – κέρατα και εκτεταμένο piercing, που ο πατέρας τον είδε απότομα και αναφώνησε “ποιός είναι τούτος ο κανίβαλος”. Και τελικά ήταν ο δεσμός της συμπεθέρας τατουατζούς (καλά που οι συμπέθεροι είναι ιρλανδοϊταλοί και δεν καταλάβαιναν).

Μετά τα μπελίνια και τις μιμόζες άνοιξε ο μπουφές και άρχισα να μετράω γαρίδες. Η εθνική ψύχωση των αμερικανών με τη γαρίδα πρέπει να εδράζεται σε κάποια μυστική κατάρα των εξαφανισμένων ινδιάνικων φυλών. Ίσως να ‘ναι μια προφητεία των Chilula, που θα εκπληρωθεί όταν και ο τελευταίος non native αμερικανός θα έχει τερματίσει το ουρικό του οξύ, καταναλώνοντας γαρίδες με κάθε πιθανό μαγειρεμένο τρόπο, ώστε οι λιγοστοί Ινδιάνοι να επανακαταλάβουν άκοπα και ειρηνικά τα εδάφη τους (αρχής γενομένης απ’ το Chrysler Building) για να μπορούν πλέον να φτιάχνουν με την ησυχία τους χειροποίητα μοκασίνια, γύρω από γλυκές φωτιές και καλοτεντωμένες ονειροπαγίδες.

Σερβιρίστηκαν γαρίδες: βραστές, σαλάτα, ψητές, τηγανιτές, στα κάρβουνα, στο κους κους, τυλιχτές σε μπέηκο, παλουκωμένες σε κριτσίνια, περασμένες σουβλάκια με σουσάμι, τεμπούρα, με τσίλι, με χαλβά, με Γιώτης garni, γεύση κι εμφάνιση μοναδική.

Κάποια στιγμή, την ώρα που περνούσαν οι γαρίδες τεμπούρα από μπροστά μου, η φωτογράφος Γκεσταπίτισσα είπε στη συμπεθέρα να ‘ρθει να μας πει να πάμε να μας φωτογραφίσει όλους μαζί και ένας κρύος αέρας διέτρεξε τη ραχοκοκκαλιά μου, σα να πλησίαζα στη Μόρντορ.

Ίδια η Brienne of Tarth σε μπόι/attitude, μας έστησε σε μια γωνιά, κι ήμασταν νέα παλικάρια,
είδα τη ζωή να περνάει από μπροστά μου καρέ καρέ: την πρώτη μου τούμπα με τη στραταρίδα, το πρώτο μου παγωτό – Πατούσα, το πρώτο μου lp, το πρώτο μου σφράγισμα, το πρώτο μου στρινγκ, το πρώτο μου 20 στη χημεία.

Η αντισυνταγματάρχης Χέλμουτ Νιούτον (βόλτες τα κόκκαλα) του Clifton μας είπε ακριβώς πώς να στηθούμε, από ώμους μέχρι κωλομέρια, πώς ν’ αναπνεύσουμε και πώς να σηκώνουμε τα φρύδια μας και όταν κάτι δεν έκανε σωστά η ξαδέρφη και την αποκάλεσε “χάνι – μπάνι” είπα “ήρθε το τέλος, πείτε στο Μπένεντικτ ότι τον αγάπησα πολύ και ότι αφήνω στο πόδι μου το Γουότσον“.

Άνοιξε η αίθουσα της δεξίωσης, μπήκαμε μέσα και τα φώτα άλλαζαν κάθε χρώμα τρεις και λίγο, με μια επιμονή στο ροζ της Μπάρμπης.

Μετά από τον άμπακο του cocktail drink, είδαμε τί μας περίμενε για το “κυρίως” γεύμα. Οι γαρίδες είχαν τελειώσει (κι απ’ τους ωκεανούς, apparently). Μετά από ένα ακόμα ορεκτικό, super king – size πουγκάκι με λαχανικά και σαλάτα, μας ρώτηξαν πώς ακριβώς θέλαμε να φτάσουμε επιτέλους στη δυσπεψία και ο Θεός με φώτισε και δε διάλεξα αυτό το τελευταίο, το tilapia, γιατί ήντουνο ψάρι και δεν το ‘ξερα, οπότε επέμεινα στο κοτόπουλο.

Για το ζευγάρι είχε ετοιμαστεί αυτό το τραπεζάκι με τη μπερζέρα “τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει“, που τη γλυκοκοίταζα, γιατί ήταν δίπλα μου κι απ’ το φαί είχα γίνει σαν το Γκάρφηλντ και ένα nap το αποζητούσε η ψυχούλα μου.

Δίπλα απ’ το ζευγάρι υπήρχε το money box, που στην Κρήτη το αντικαθιστούμε με ένα δίσκο ή μια λινή μαξιλαροθήκη, που την κρατάει μια άγαμη κορασίδα απ’ το σόι της νύφης.

Στο τραπέζι καθίσαμε με το θείο, τη θεία και τους οικογενειακούς τους φίλους. Η γυναίκα του Έλληνα πρώην συνέταιρου του θείου δουλεύει γραμματέας σ’ έναν Εφέτη στο Τζέρζι κι έφαγα τις μπούκλες μου που δεν το ‘ξερα μέρες πριν, να πήγαινα στο Εφετείο, να δω τα chambers από κοντά.

Όλα τα μωρά στην πίστα.

Να ‘χαν οι καρδγιές αμπάρες να κλειδαμπαρώνουν.

Παρότι κανείς τους δεν έχει δει την τελευταία σκηνή στην “Αλίκη στο ναυτικό” (ούτε την Αλίκη γενικότερα), είπαν ν’ αναπαραστήσουν τη σκηνή με τις ανθοδέσμες αντί για σπαθιά. Βολικό απ’ τη μία, γιατί δεν έχεις αγωνία μη σου κόψει κανα κομμάτι η σπάθα την ώρα που θα λες από μέσα σου “Παναγία μου τί λέει τώρα το πρόγραμμα και δε θυμάμαι”.

Ο ντιτζέις θα μπορούσε άνετα να κάμει καριέρα τα καλοκαίρια στο Camelot Club, στα Μάλλια. Κουβαλούσε glow sticks κι έπαιζε αυτά που ακούνε οι Άγγλοι το καλοκαίρι στην Κρήτη (εκτός του Robbie Williams). Ίδιος ο ΝτεΒίτο στο πιο ψηλό, φορούσε ένα καπέλο και πηγαινοερχόταν στο μπουφέ του cocktail, στην απεναντινή αίθουσα, τσεκάροντας πού και πού το mac, μη τυχόν κι έμπαινε κανένα τραγούδι της προκοπής κι άρχιζε να χορεύει ξέφρενα ο κόσμος.

Ο κουμπάρος και η κουμπάρα έβγαλαν και λόγο κάποια στιγμή. Η κουμπάρα είχε γράψει ένα ποίημα για το ζευγάρι (Δυο μπεκατσίνια ήτανε πολύ αγαπημένα και πέρασε ένας κυνηγός και έφαγε το ένα), το οποίο τελείωνε με τη σοφή ρήση – παρότρυνση – προειδοποίηση “Happy wife, happy life”.

Ο κουμπάρος ήταν σα να απήγγειλε τ’ αποτελέσματα του Στοιχήματος του ουγγρικού πρωταθλήματος, οπότε δεν έδωσα σημασία.

Στα γλυκά νομίζω ότι ψέλλισα “ήμαρτον” στο σερβιτόρο, οπότε μου άφησε μόνο το σουφλέ και όχι τη βάφλα με παγωτό.

Σηκώθηκα κι εγώ κάποια στιγμή στην πίστα (τσούλησα, για την ακρίβεια) και μετά ξαναγύρισα στο open bar. Καμιά 80αριά άτομα ήμασταν, μόλις έκοψαν την τούρτα άρχισαν να φεύγουν σιγά σιγά.

Την ώρα που έριχναν την ανθοδέσμη, θυμήθηκα το γάμο της άλλης ξαδέρφης, στο χωριό το 2004, όπου ο λυράρης by himself ανακοίνωσε απ’ το μικρόφωνο: “Οι ξαδέρφες τση νύφης κι οι αποδέλοιπες κοπελιές οι απάντρευτες, να σηκωθούνε θέλει, γιάντα εδά η νύφη θα πετάξει τα λουλούδια κι όπχοια τα πχιάσει να παντρευτεί θέλει πρώτη“. Τότε είχα κλωτσήσει τη μικρή, μην τυχόν κι έκανε κανένα αστείο. Αυτή τη φορά δεν την κλώτσησα, γιατί θα έκανε μπουμ απ’ τα καναπεδάκια.

//www.youtube.com/get_player

Αν φόρτωσα επιτυχώς το βίντεο, θα δείτε τη ρίψη της ανθοδέσμης με δόξα και τιμή. Κι εδώ επαναλήφθηκε η πάγια αδικία τούτης της ζήσης. Την έπιασε η πιο ψηλή.

Στο σημείο αυτό να πω ότι ήταν ένας γάμος χωρίς ούτε μισό Σταμάτη Γονίδη απ’ τα μεγάφωνα. Περίεργη αίσθηση.

Η μπομπονιέρα ήταν η θήκη κρασιού/μπύρας/σπράιτ με τα δυο μπεκατσίνια. Το μπεκατσίνι ήταν κυρίαρχο θέμα, διότι υπήρχαν διάσπαρτα μεταλλικά μέσα στο σακουλάκι της μπομπονιέρας, όπως κι ένα μπεκατσινογλυπτό από πάγο δίπλα από – τί άλλο;- τις γαρίδες τις βραστές, στο μπουφέ με τα κρύα πιάτα.

Κατά τις 11:30 μαζέψαμε τα κομμάτια μας και τα νέα μας κιλά και μπήκαμε στο αυτοκίνητο, για να γυρίσουμε σπίτι. Εμείς πετούσαμε την επόμενη μέρα για Ελλάδα. Τα παιδιά πετούσαν την ίδια μέρα από χαρά.

(Αφεντικό, αν με διαβάζεις, θέλω άδεια για να πάω και στης ξαδέρφης το γάμο, σε δυο μήνες)

Advertisements

11 Comments Add yours

  1. Miss L. says:

    xaxaaxaxaxaaxa!!! teleio post!!! Kerdisa 10 xronia zwhs apo ta gelia!!!!!

  2. Μερσώ says:

    Θέλω να έρθω κι εγώ στον γάμο της ξαδέρφης, για πολιτιστικούς λόγους, καταλαβαίνεις.

  3. Νίκη says:

    Δώσε διεύθυνση αφεντικού να στείλουμε υπογραφές, χρειαζόμαστε απεγνωσμένα “The U.S. diaries: The sequel”!

    [Μην ανησυχείς για τον Μπένεντικτ, θα τον προσέχω εγώ:)]

  4. Ανώνυμος says:

    θέλω απεγνωσμένα να γνωρίσω τη Βάνα!!!

  5. Marou-li says:

    Keep writing and no one gets hurt…
    (Αν εξαιρέσεις οτι κοντεψα να πνιγω απο τα γελια βεβαια). Απολαυστικη περιγραφη, δικαιωση για την αναμονη. Λυγισα στα λογια του λυραρη, κρατηστε το τηλεφωνο του. *Μα Βανα Μπαρμπα το παιδι;*

  6. Meta Capsule says:

    Monsieur Mersault να κάμετε κουμπαρά.

  7. Meta Capsule says:

    Εντάξει, το Μπένεντικτ τον αφήνω στη Νίκη, θα είναι σε καλά χέρια!
    Θα υπάρξει sequel post με τα παραλειπόμενα, asap :)))

  8. Meta Capsule says:

    τα requests για τη Βάνα στο email μου, παρακαλώ.
    να στέλνετε μαζί βιογραφικό.
    τη δίνουμε με επιπλωμένο διαμέρισμα, 2 ελαιόφυτα και
    μισό παραθαλάσσιο οικόπεδο στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου.
    κι ένα ρενώ μεγκάν, 10ετίας.

  9. Meta Capsule says:

    θα σου κάμω προφορά λυράρη από κοντά. θα κλαις με λυγμούς.
    μα μου βάζει η άλλη το λούρεξ και το κραγιόν και σκάει μύτη μέσα στο δωμάτιο, με τη νταγκούνα και της λέω “Γειά σου, Βάνα, κάνεις πράγματα στο Lyndhurst”.
    ε, δεν κρατήθηκα!

  10. Νίκη says:

    🙂

  11. k* says:

    ρε πραγματικά ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΓΡΑΦΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟ/ ΚΟΜΙΚ/ ΣΕΙΡΑ/ ΤΑΙΝΙΑ /ΓΟΥΑΤΕΒΕΡ;!
    εχω πνιγεί, σε καλό σου!
    κλαίω, δε με λυπάσαι;
    τόσο παραστατική και τόσο γλαφυρή και τόσο “με απ'όλα”!

    χίλια χρόνια να ζήσεις, με έκανες και γέλασα σα να μην υπάρχει αύριο. αλήθχεια.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s