The U.S. diaries: η μέρα που δε μ’ άφησαν να κάνω πράγματα.

Αν ποτέ σάς βγάλει ο δρόμος σας στο Νιου Γιορκ και θέτε να ψωνίσετε μερικά πράματα, για τα οποία στην Ευρώπη σας πιάνουν – να το θέσω κομψά – τον ποπουδίνο, είναι εύκολο να εντοπίσετε δεκάδες γωνιές με εκατομμύρια αντικείμενα, για να εκπληρώσετε τον όποιο, σεβαστό πάντοτε, καταναλωτικό σας πόθο.
Προσωπικά ήθελα να κουβαλήσω την πιο πάνω αδελφή καψούλα ντυμένη Καίτη Κολεσίδου – Γκιούλμπαμπα, αλλά θα με βγάζανε υπέρβαρη (και τρελή) κι αν έχω ένα πρόβλημα σ’ αυτή τη ζήση, είναι τα κιλά μου.
Μετά από το κλασικό πλέον ταξίδι σπίτι – Seacaucus Junction – Penn Station – Κάποια Γραμμή του Μετρό, φτάσαμε στο Lower Manhattan, σ’ ένα σταθμό δίπλα από το Ground Zero.
Μια καλή κυρία μας είδε πάλι χαμένους μέσα στα έργα και μας είπε από πού να βγούμε. Να ‘ναι καλά η γυναίκα, βγήκαμε ακριβώς μπροστά στο Century 21, ένα πολυκατάστημα – στοκάδικο, το οποίο ήταν και το μοναδικό μέρος σ’ ολόκληρη την αμερικάνικη περιπλάνησή μας, που πετύχαμε Έλληνες και για την ακρίβεια, Ελληνίδες (συνειρμός: όπου ακούς ελληνικά στο εξωτερικό = ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ ).
Η “θεία απ’ το Σικάγο” μου είχε σημειώσει το εν λόγω μαγαζί στα sos. Πράγματι, υπήρχαν μέσα εκατοντάδες πορτοφόλια, τσάντες, τσαντάκια, νεσεσέρ (θα αναπτύξω το συγκεκριμένο ζήτημα παρακάτω), μπλούζες, μπλουζάκια, σώβρακα, αρώματα, τα πάντα γύρω από την κατανάλωση (δεν έχω ξαναδεί πιο πολλά τσαντάκια μαζεμένα στη ζωή μου, κι έχω δει π ο λ λ ά τσαντάκια στη ζωή μου).

Η Αδερφή κρατάει με τα δυο χέρια περί τα 45 τεμάχια νεσεσέρ, σε κάθε πιθανό συνδυασμό, τρία ίδιο χρώμα/σχέδιο – άλλο μέγεθος, τρία ίδιο μέγεθος – άλλο χρώμα/σχέδιο, τρία ίδια με δώρο ένα κομψό ψυγείο για την άμστελ σας στην παραλία, τρία πουλάκια κάθονταν.
Έχω βάλει μια μουντζαλιά στη μούρη της, να μη δείτε με πόση ανείπωτη χαρά κοιτάζει τα νεσεσέρ και μας πάρετε για ρηχούς ανθρώπους ως οικογένεια.
Στο ταμείο πλακωθήκαμε για 15η φορά με τον πατέρα μου, που ήθελε να πληρώσει και τα δικά μου και μπήκε στην κουβέντα έρμη η ταμίας, να μου πει “Γιου αρ ε γκουντ γκερλ”.
Ορίστε, μέχρι και στα εξωτερικά το λένε.
Στο Ground Zero σηκώνουν τούτα τα γιαπιά. όσο ο ποταμίσιος αέρας ξυρίζει στους παρακείμενους δρόμους. Πέρα από οποιαδήποτε ιδεολογία/άποψη/πετριά στον εγκέφαλο, either way, σκέψου να κάθεσαι όμορφα κι ωραία δίπλα απ’ τους Δίδυμους Πύργους ένα πρωί,
να ρουφάς τον καφέ σου, να καταπίνεις το ντόνατ σου, να χαζεύεις κανένα κώλο (οι άντρες), κανένα παπούτσι (οι γυναίκες) και να καρφώνεται ένα αεροπλάνο δυο τετράγωνα πιο κει. Και να μην ξέρεις πώς γκένεν αυτό, κυρίως.
Δε μπορώ ούτε καν να πλησιάσω στην ψυχολογική κατάσταση κάποιου που έζησε την επίθεση στους Πύργους. Ούτε θέλω.
Σ’ αυτήν την πλατεία πίσω απ’ το Ground Zero κάθονται κάτι στελέχη και λιάζονται. Την ημέρα που πήγαμε, δεν είχε καθόλου ήλιο, αλλά και πάλι, ήταν σα να λιαζόταν.
Αυτή νομίζω είναι μια διαφορά του Μανχάτταν απ’ όλα τ’ άλλα μέρη που έχω πάει: πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να συμπεριφέρονται (και το καταφέρνουν, συνήθως), σα να έχει πάντα ήλιο, μέσα κι έξω.
Περάσαμε μια βόλτα απ’ τη Wall Street, ήθελα να δω με τα μάτια μου πώς τα πάει η Apple στο χρηματιστήριο, γιατί δεν έχω εμπιστοσύνη στο απλικέισο του άιφον. Δεν ανάδιδε εκείνη την αναμενόμενη “γιαπίλα“, ίσως γιατί ο Τσάρλι Σην μεγάλωσε κι ο Μάικλ Ντάγκλας παραμεγάλωσε. Στην πίσω πλευρά έχει ένα κατάστημα Ερμές. Γιατί ξέρουν πού ν’ ανοίξουν τα μαγαζά τους οι Γάλλοι.

Στο συγκεκριμένο τμήμα της πόλης πράγματι είναι πιο πολύπλοκη η δόμηση, όχι βέβαια “ο ένας πάνω στον άλλονα”, αλλά διαφέρει ουσιωδώς από τα άψογα τετράγωνα της Midtown (θα δηλώνω και “μανχαττανλόγος” πλέον κι άλλο κακό εύχομαι να μη σας βρει).

Little Italy και τα σουτιέν στα κάγκελα.
Οι Κορλεοναίοι ξέρανε πού και πώς να ζούνε, στη γειτονιά με τα χαριτωμένα σπίτια από κόκκινο τούβλο, τις γριές με τα μαλλιά από ρόλεϋ, τα φρεσκοβαμμένα παγκάκια. Ήντουνο και Τετάρτη, αξιώθηκα ν’ ανοίξω μόνη μου το κόκκινο πλαστικό κουτί και να πάρω στα χέρια μου τη Village Voice.
Πολλά μπαρ, πολλές μπουτίκ, πολλά βιβλιοπωλεία, λίγος χρόνος.
Μπήκαμε σ’ ένα σουπερμάρκετ και τσίμπησα ένα μπολ φρούτα του δάσους, γιατί έχω βαρεθεί να τα τρώω μέσα σε σουπογιαούρτια.
Κάναμε ένα τύπου lunch break, να ξεκουραστούνε οι γοφοί μας απ’ την υγρασία του Lower Manhattan και ήθελα να μείνω στο παγκάκι όλη την υπόλοιπη μέρα, να βλέπω τί βιβλία αγοράζει ο κόσμος από το διπλανό βιβλιοπωλείο. Guess what, δεν τα κατάφερα.
Η Little Italy από το Soho χωρίζεται από ένα δρόμο. Για μας που προτιμάμε να περπατήσουμε την αντίστοιχη απόσταση π.χ. Νεάπολη Εξαρχείων – Παγκράτι σε οποιαδήποτε πόλη, αντί να μπούμε σε μεταφορικό μέσο, είναι ένα από τα ιδανικά μέρη για περιπλάνηση. Αν δεν λυπόμουν τους άλλους δύο, ακόμα θα μετρούσα τις πέτρες στα πλακόστρωτα.
Περπατώντας μέσα από το Soho με κατεύθυνση το West Village, τα χαριτωμένα σπίτια και τα ακόμα πιο χαριτωμένα (και συνήθως πανάκριβα) μαγαζιά, συνεχίζουν να εμφανίζονται μπροστά σου κι εσύ συνεχίζεις ν’ αναρωτιέσαι πόση urban beauty μπορείς να δεις ακόμα.
Ώσπου πέφτεις πάνω σ’ αυτό το θέαμα και παίρνεις την απάντησή σου.
(τί να σου κάνει και το τρίπατο στη Σουβάλα; όρσε που πλακωνόσουνα με τα σόγια στα Ειρηνοδικεία Αιγίνης)
Η Καψούλα βρήκε ένα χαρακτηριστικό σπίτι της ευρύτερης περιοχής του West Village και ζήτησε να τη φωτογραφίσουν, για να ‘χει να θυμάται και να κλαίει στο ντους.
Στη φωτογραφία είναι περίπου το σημείο που ξεκινά το West Village, ένα τσιγάρο δρόμος από τη Washington Sq., το έτερο αγαπημένο μέρος όπου θα κατασκήνωνα με κίνδυνο να με περιμαζέψει μια μέρα ο δήμος και να με πετάξει στον ποταμό (the Juliani way).
Εκεί βρήκα κι ένα βιβλιοπωλείο, μικρό και μακρόστενο, με προσφορές απέξω, φουλ ενημερωμένο, αγόρασα το “Freedom” του Franzen. Θα ήταν μια πολύ κλισεδιάρικη σκηνή στην “Αμελί της Νέας Υόρκης”, αλλά αφού δε θέλει κανείς να γυρίσουμε την ταινία, είπα να ερμηνεύσω μόνη μου.
Περπατώντας την 6η λεωφόρο βρήκαμε ένα από αυτά τα λατρεμένα basketball courts, που υπάρχουν σε κάθε ταινία/σειρά και πολύ το ζήλεψα, αλλά είμαι κοντή και κανείς δε θα με ήθελε στην ομάδα του (αν και στο μπάσιμο είμαι καλούτσικη, περνάω κάτω από τα πόδια των αντιπάλων, γαρ).
Στο West Village βρήκαμε και ένα ωραίο ιταλικό εστιατόριο και παρότι την προηγούμενη είχαμε φάει εκείνα τα pizza slices σε μέγεθος ταψιού 60λιτρου φούρνου, δεν κωλώσαμε να επαναλάβουμε το προσές. Δίπλα μας καθόταν δυο τουρκάλες, σαν το σπίτι μου ένιωθα, έπιανα και τις μισές λέξεις, σχεδόν κατάλαβα το γκομενικό της μιανής.
Ανεβαίνοντας την 6η λεωφόρο, κατευθυνθήκαμε στο Flatiron Building, που είναι τόσο φλατ όσο λέει η τ’ όνομά του. Εννοείται ότι αν θέλετε καλή φωτογραφία, να ψάξετε στα ίντερνετς, γιατί το χέρι μου είναι ασταθές, η γωνία που στεκόμουν ήταν δύσκολη (δυο εκατοστά πιο κει και θα πατούσα το λουκουματζή) και ο καιρός μουντός, οπότε αυτό το αριστούργημα δε δίνει λεπτομέρειες και απεικονίζει μόνο τη μία μπάντα, όπου το κτίριο δε φαίνεται φλατ, απλώς κάπως περίεργο.
Στη Madison Sq. είχε ένα ωραιότατο πάρκο, στου οποίου τα γρασίδια πάλι δε με άφησαν να κυλιστώ. Γενικώς αυτή τη μέρα δε μ’ άφησαν να κάνω πράματα, επιβεβαιώνοντας τη σοφή ρήση της Βάνας Μπάρμπα.
Το καταγγέλω και προχωρώ στο Empire State Building, το οποίο έχουμε ήδη εμπεδώσει και γι’ αυτό προχωράω στο επόμενο καυτό θέμα, το βιντατζάδικο στο Τσέλσι.
Εκεί που προχωρούσαμε μέσα από το Τσέλσι για να πάμε στο Penn Station, πέσαμε πάνω σ’ αυτό το κατάστημα, ένα από τα 458 μέρη στο Μανχάτταν όπου δε θα μ’ ένοιαζε να ζω κλειδωμένη για κάμποσες μέρες.
Στη βιτρίνα είχε αυτή την κοπελιά που μοιάζει με τη Φλόρενς (ακόμα και οι άψυχες κούκλες θέλουν να μοιάζουν με τη Φλόρενς).
Μέσα έβρισκες τα ρούχα της μάνας σου, της γιαγιάς σου, της Έλενας Ναθαναήλ, της Μπριζίτ Μπαρντό, της Μέγκαν Ντρέιπερ και της μακαρίτισσας της Ρένας Παγκράτη, όλα τακτοποιημένα ανά δεκαετία/ είδος/ χρώμα.
Δυστυχώς έπρεπε να τρέξουμε για να προλάβουμε το τρένο, αλλιώς οι τιμές ήταν φυσιολογικές και θα χτύπαγα ένα φουστανάκι, να είμαι σαν την Καρέζη στο “Τζένη – Τζένη” (στη σκηνή με τα βαπόρια της κυρίας Κασσανδρή, κατά προτίμηση).
Το βράδυ πήγαμε σ’ ένα multiplex στο Clifton, να δούμε το “The Lorax“, ένα πλάσμα του δάσους με το μουστάκι του Ψαραντώνη και τις οικολογικές ανησυχίες του Bill McKibben. Η αδερφή μου χλαπάκωσε μια κούτα νάτσος κι η ξαδέρφη μάς ανακοίνωσε ότι την επόμενη μέρα θα πηγαίναμε όλες για μανικιούρ – πεντικιούρ ενόψει του γάμου.
Θα γίνονταν δηλαδή πράγματα, αλλά πάνω στα νύχια μας.

– to be continued –

Advertisements

3 Comments Add yours

  1. Ανώνυμος says:

    Περιμένουμε να φτάσεις στον γάμο….. Καλή ανάσταση

  2. Jay says:

    Κακοπερνάς….!

  3. Miss L. says:

    Polu kalo post dear!!! Mhpws na skefteis ena metaptuxiako sthn nomikh sthn NY? Tha sou erthoume kai emeis, vevaiws, vevainws!!!

    Polla filia kai xronia polla

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s