The U.S. diaries: Κι άλλη τέχνη κι άλλο περπάτημα.

Ο ήλιος είχε ανατείλει στο Lyndhurst, η μέρα ήταν ζεστή και η κουφόβραση στην κοιλάδα της απλαδούρας, αναμενόμενη. Οι χαρούμενοι ταξιδιώτες τρώγαμε στην κουζίνα του θείου, μετά από πολλές ώρες ύπνου βαρύ σαν ρινόκερου. Η αδερφή μου είχε επιτέλους εμπεδώσει ότι θα την κλωτσούσα μέχρι να κερδίσει η Αγγλία στη Γιουροβίζιο, αν δε με άφηνε να κοιμηθώ από τη μέσα πλευρά του κρεβατιού, όπερ και εγένετο, γλιτώνοντας έτσι τις μελανιές από ένα ακόμα ακούσιο τίναγμα του – αντικειμενικά – ψηλότατου ποδιού μου.

Το αγαπημένο μας μπρέκφαστ, μέχρι εκείνη τη μέρα, ήταν οι φέτες σταφιδόψωμου κι αν μας διαβάζετε οι πρόντακτ ντιβέλοπερζ από κανένα Καραμολέγκολας, να φτιάξετε τέτοιο πράμα κάπως σύντομα και να βάλετε μπόλικη κανέλλα μέσα. Στω.

Πήραμε το τρένο από το Seacaucus Junction και φτάσαμε στην Penn Station, άνευ θείου αυτή τη φορά, γιατί είχε και τις δουλειές του ο άνθρωπος. Περπατήσαμε μέχρι τη Madison (αυτή με τα βερνίκια) και είπαμε να πάρουμε ένα λεωφορείο, για ν’ ανεβούμε μέχρι το MET, που βρίσκεται στο Upper East Side. Γιου νόου, Γκόσιπ Γκερλ, Γούντι Άλλεν, φτώχεια καταραμένη. Και να μην πάτε ποτές δηλαδή, δε χάνετε και τίποτα, σαν τον Ασπρόπυργο είναι (προσφέρω προληπτική παρηγοριά στον άρρωστο).

Περιμέναμε για λίγο σε μια στάση, μια καλή κυριούλα μας έπιασε την κουβέντα και μας ρώτησε πού πηγαίνουμε, για να μας βοηθήσει με τα δρομολόγια. Ήρθε το λεωφορείο, ανεβήκαμε πάνω και δεν είχαμε ψιλά για όλα τα εισιτήρια (ο πατέρας νόμιζε ότι έπαιρναν και χαρτονομίσματα). Η λεωφορειατζού, επειδή δεν είχε να μας χαλάσει (και μάλλον επειδή συνηθίζεται το suggested price να είναι πράγματι suggested), μας είπε να ρίξουμε στη σχισμή ό,τι έχουμε και να πάμε να καθίσουμε. Φυσικά και κάτι τέτοιο ποτέ δε θα συνέβαινε π.χ. στη Γερμανία (και στην Ελλάδα).

Στη διαδρομή από τον 40ό δρόμο περίπου ως τον 80ό, πάνω στη Madison, μπήκαν σποραδικά 4-5 ζάμπλουτες γιαγιάδες, η μία μισό μαλλί καρέ, μισό κοτσίδια πάνω απ’ τα αυτιά (σανέλ τσάντα και έλεγκαντ χρυσαφικό όλες. Η αδερφή με το ζόρι κρατήθηκε να μη δαγκώσει το διαμαντικό στον παράμεσο της μιας γριάς, για να εκτιμήσει τα καράτια). Προφανώς ανέβαιναν προς τα σπίτια τους ή πήγαιναν καμιά επίσκεψη στην πρώην πεθερά της Σάρλοτ Γιορκ. Στην ίδια διαδρομή μπήκε μέσα μία κυρία σε αναπηρικό καροτσάκι, την οποία βοήθησε φυσικά και η ίδια η οδηγός να ανέβει, καθώς και μια τυφλή κυρία, την οποία επίσης τσακίστηκαν να βοηθήσουν όλοι. Αμφιβάλλω πολύ, πάρα πολύ, για το κατά πόσο θα βοηθούσαν στην Ελλάδα οι επιβάτες ενός λεωφορείου δυο συνεπιβάτες με τέτοιου είδους προβλήματα. Αναλογιζόμενη δηλαδή την εικόνα που έχω από όταν ήμουν φοιτήτρια, ένα συμφοιτητή με κινητικά προβλήματα να διασχίζει τη Σόλωνος κι έναν ΥΠΕΡΚΑΦΡΟ ΛΕΒΕΝΤΟΜΑΛΑΚΑ οδηγό αυτοκινήτου να του κορνάρει για να συντομεύει, φαντάζομαι τί θα συνέβαινε σ’ ένα λεωφορείο που διασχίζει την Πανεπιστημίου και στο οποίο ήθελε ν’ ανέβει κάποιος άνθρωπος με κινητικό ή άλλου είδους πρόβλημα υγείας. Αν βέβαια την είχε γλιτώσει και δεν τον είχε πατήσει αμέσως πριν κανένας Ελληνάρας. Προφανώς είναι οι στιγμές που το (untranslatable) filotimo εξαφανίζεται δια μαγείας από τον γενετικό κώδικα του Έλληνα.

Κατεβήκαμε απ’ το λεωφορείο στη Madison και φτάσαμε στη νότια πλευρά του Μουσείου, χαζεύοντας τις πεντακάθαρες πολυκατοικίες των φίλθι ριτς Μανχαταναίων (αλλά όπως θα ‘λεγε κι ο Νώντας ο Κάκαλος «εμένα μ’ ενδιαφέρουν απλά πράγματα σ’ αυτή τη ζωή, ένα ταβερνάκι στην άκρη του πουθενά, μια ντακότα να σκίζει απαλά τον αέρα…»).

Η σοκοφρέτα έφτασε στο ΜΕΤ, γιατί η σοκοφρέτα πάει με ΟΛΑ και ιδίως με τα μουσεία.

Το ΜΕΤ βέβαια δεν ανήκει γενικά κι αόριστα στα «μουσεία». Είναι ΤΟ μουσείο. Πες, ρε παιδί μου, ότι ξυπνάς ένα πρωί και θέλεις απαραιτήτως να δεις τι ρόλεϋ είχαν οι γυναίκες των φυλάρχων στη Μελανησία, το 850 π.Χ. Ή να θαυμάσεις ένα αυγό Φαμπερζέ, αλλά δεν προκάνεις να πεταχτείς μέχρι το Κρεμλίνο. Ή ν’ αγκαλιάσεις με το βλέμμα σου μια αρχαία ελληνική κολώνα, να πιρπιρίσει το σύμπαν σου μέσα από έναν πίνακα του γαλλικού ιμπρεσιονισμού. Στο ΜΕΤ μπορείς να κάνεις όλα αυτά και άλλα εκατοντάδες πράγματα, όλα σε ένα κτίριο μαζεμένα, νοικοκυρεμένα.

Στο ΜΕΤ δεν επιτρέπεται φλας στις φωτογραφίες, οπότε δε βγάλαμε πολλές, διαφυλάσσοντας, έστω με τον τρόπο αυτό, κάπως τα ματάκια σας από την υψηλή φωτογραφική μου τέχνη.

Κάθε αίθουσα του ΜΕΤ είναι κατασκευασμένη και διακοσμημένη για να πηγαίνει σετ με τα εκθέματα: στους ιμπρεσιονιστές, π.χ., υπάρχουν φιστικί ξύλα στους τοίχους, ενώ στα μεσαιωνικά εκθέματα (ξυλόγλυπτα, κ.λπ.) νομίζεις ότι μπαίνεις σε γοτθική εκκλησία.

Μεγάλες στιγμές της μουσειακής καργιέρας μου, ένας ακόμα Μονέ

και η «Χορεύτρια» του Ντεγκά. Άμα μου δίνανε κι εμένα πιο πολλές πλαστελίνες στο νηπιαγωγείο, τέτοια θα ‘φτιαχνα σήμερα, μην κοιτάς που ήθελαν να στραφώ προς την επιστήμη.

Να σημειωθεί ότι μέσα στο μουσείο είχε τουλάχιστον 15 σχολικές τάξεις γυμνασίου, με τα παιδιά να κρατάνε σημειώσεις και να γράφουν εργασίες μπροστά από τους ντανταϊστές. Κι εμάς στο λύκειο Νέας Αλικαρνασσού, στις εκδρομές, στα μουσεία και στην Κνωσσό μας πηγαίνανε, για να γράφουμε εκθέσεις μπροστά απ’ τα κέρατα του Μινώταυρου (στο λιμάνι ή το πολύ σε κανένα πάρκο «για να μπορούν να καπνίζουν τα παιδιά έξω»).

Δεν πέτυχα καμία Blair Waldorf να της πω ένα “ίσα μωρή ξεφτιλισμένη πας και παντρεύεσαι όπχοιονα βρεις”. Τυχερή ήταν.

Μετά το πασάλειμμα στο ΜΕΤ (για να το δεις όλο χρειάζεσαι 60ήμερη άδεια από τα πάντα, δουλειά, σπίτι, γκόμενο, γάτα, κ.λπ.) περάσαμε μια βόλτα έξω από το Guggenheim Museum, με το οποίο νιώθω μια κάποια οικειότητα, γιατί είναι σαν σαλίγκαρος, ήτοι σαν χοχλιός (κι όλοι οι Κρητικοί έχουμε ένα θέμα με τους χοχλιούς). Δεν επισκεφθήκαμε τα εκθέματα, γιατί λυπηθήκαμε τον πατέρα, που δε συμπαθεί ιδιαιτέρως τη μοντέρνα τέχνη και θα προτιμούσε να δει το Guggenheim γιαχνί, παρά από μέσα.

Μπήκαμε στο Central Park και περπατήσαμε πάνω στο Transverse Road n. 3, δηλαδή κατά μήκος της κάτω πλευράς του Ρεζερβουάρ, μιας τεράστιας λακκούβας που έσκαψαν περί το 1800κάτι και γέμισαν με νερό, για να μην ξωμένει η πόλη από υδάτινους πόρους. Το Ρεζερβουάρ έχει το όνομα της Jackie O, που ήταν και γειτόνισσα στο Upper East Side και προφανώς κατέβαινε καθημερινά με το σταμνί στο χέρι για να γεμίσει και να γυρίσει στο penthouse της, να τρίψει τα πεντελικά μάρμαρα για να ξεχάσει τα κέρατα (και του Κένεντι και του Ωνάση).

Το ρεζερβουάρ σήμερα χρησιμεύει για να δίνει νερό στο Χάρλεμ και για να έχουν κάτι να τρέχουν γύρω του οι Νεοϋορκέζοι (εκεί μέχρι και οι δικές μου φωτογραφίες βγήκαν αξιοπρεπείς).

Της Ζακελίνας της βάλαν και τιμητική πλακέτα με τα δυο τα επίθετα, να ‘χει να θυμάται ο κόσμος την επιτομή του στυλ.
Μια φτωχική είσοδος στο Upper West Side. Μια φορά είχα κάνει ένα τεστ προσωπικότητας στο φέησμπουκ και μου είχε βγάλει ότι έπρεπε να μένω κει πάνω. Πήγα να διεκδικήσω το διαμέρισμά μου, αλλά με πέταξε έξω ένας σεκιουριτάς. Ιτς ε φρη κάουντρι, μάι ας.

Διασχίζοντας το πάρκο, βγήκαμε στο Upper West Side, φτώχεια κι εκεί, περπατήσαμε και φτάσαμε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, που όλοι το ξέρουν ως το μουσείο στο οποίο αφορά η ταινία «Μια νύχτα στο μουσείο». Μόνο εγώ το είχα συνδυάσει με το Ρος Γκέλερ, αλλά μια φορά είχα συνδυάσει και καφέ πουκάμισο με μαύρη φούστα, οπότε δεν είμαι κι ο κανόνας.


Η θέα από το μουσείο είναι καλούτσικη, βρε αδερφέ, βλέπεις προς την κάτω ανατολική μπάντα του πάρκου, με το ένα χέρι φωτογραφίζεις και με το άλλο ψάχνεις το red bull, να βγάλεις φτερά, να πετάξεις πάνω απ’ όλα αυτά.

Μετά από αρκετό περπάτημα στη δυτική πλευρά του πάρκου, πήραμε ένα ταξί και κατεβήκαμε στη Madison, για να ψάξουμε μια τσάντα της μάνας μου.

Τσάντα δε βρήκαμε, αλλά περάσαμε για 3η φορά από το Bryant Park, 6η λεωφόρος και 42 East (σημειώστε κάπου, για ώρα ανάγκης). Έρωτας με την πρώτη ματιά, από την πρώτη μέρα και για πάντα. Πίσω από τη δημοτική Βιβλιοθήκη, έχει σ’ ένα σημείο χορτάρι και τριγύρω τραπεζάκια. Παίρνεις καφέ/μπύρες/πιο βαρύ αλκοόλ/φαΐ από τα 3 κιόσκια κι αν έχεις παιδί, ενίοτε υπάρχει πάνω κι ένα χαριτωμένο καρουζέλ. Θα μπορούσα να καθίσω εκεί για πάντα.

Τίγκα στο κέρμα το συντριβάνι. Έβγαινε ο πρώην γιάπακλας απ’ το corporate building, μπαϊλντισμένος απ’ την κούραση της μέρας, έπαιρνε τον αέρα του, έριχνε ένα quarter μέσα, έκανε μια ευχή (ξερωγω, να με γνωρίσει το πιθανότερο), γύριζε στο γραφείο να μιλήσει με Τόκυο.
Τουητάρω, μη χάσω καμιά οξεία.

Κι ένα τσεκ-ιν στο Παθ, να δούνε πού είμαστε, να λυσσιάξουνε.

Με χαρακτηριστική άνεση, η Καψούλα σε στάση «άλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα».

Κατάρα, που νύχτωνε κι έπρεπε να τσακιστούμε πίσω στο Τζέρζι.

Πίσω στο σπίτι ανακάλυψα την ομοιότητα του θείου με το μπαμπά της Toula Portokalos απ’ το «My big fat Greek wedding».

Κυκλοφορούν μόνο σε 6άδες, μην τύχει να τελειώσουν και δεν έχεις πώς να γιατροπορευθείς.

Advertisements

One Comment Add yours

  1. Miss L. says:

    Kala exw pethanei, apo ta kalutera post ever!!! By the way kai egw to Mouseio Fusikhs Istorias me ton Ross Gheller to eixa sundiasei!!!! Atimes seires. Les an pame sto Chicago na psaxnoume ton Will Gardner?

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s