Διάλειμμα από τη μπλογκοβίζιον και #peste_na_me_fate

Ντίαρ ολ,

Την προηγούμενη Παρασκευή αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να ξεφορτωθώ την κόμη του Kurt Vile (Kurt, αν μας διαβάζεις, μην το πάρεις προσωπικά) και να συμμαζέψω αυτό το κεφάλι (απέξω τουλάχιστον). Πήγα στο αγαπημένο μου κομμωτήριο, το After G M ή αλλιώς «Μαλλιά Κουβάρια», στην Πατριάρχου Ιωακείμ, όπου με περιέλαβαν η Αγγελική και η Μελίνα και μ’ έκαναν από μαλλί – κουβάρι, μαλλί κανονικό κι αφράτο. Για την ακρίβεια, το μαλλί ήταν για διαφήμιση, από αυτές που προχωράει μία και τινάζει πίσω όλο της το κεφάλι κι εσύ νομίζεις ότι, έτσι να κάνεις προς την οθόνη, θα της πιάσεις την κοτσίδα, ολοζώντανη (και θα τη φέρεις δυο σβούρες, που τα δικά σου μαλλιά λαδώνουν στο διήμερο πάνω).

Στο σπίτι φιλοξενούσα τη Σ, τον Γ και τον Β, που είχαν έρθει από το Ηράκλειο για δουλειές. Στην ουσία είχαν έρθει για προπόνηση ενόψει του επόμενου Κλασικού Μαραθωνίου: Νεάπολη – Ομόνοια – Γκάζι με τα πόδια, Σύνταγμα – Μοναστηράκι – Εξάρχεια με τα πόδια. Τόσο περπάτημα έπεσε, που ο Γ αναπόλησε το περσινό περπάτημα στο Λονδίνο, όπου δεν είχα πάει μαζί τους, ωστόσο γνωρίζω από πονεμένες διηγήσεις ότι έφυγαν με περίσσευμα 10 κιλών και γύρισαν με γράμμωση Λανς Άρμστρονγκ.

Το πρωί του Σαββάτου και μετά από 30τόσα χρόνια, ο Γ συμβιβάστηκε με την ιδέα του γαλλικού καφέ, παρότι δεν ήταν ποτέ θαμώνας συνεδρίων για να τον προτιμάει. Αφού ήπιε την πρώτη δόση, κατεβήκαμε στο κέντρο για έναν ακόμα καφέ (διαχρονικά κύριο σπορ του Ηρακλειώτη) και για ψώνια (κύριο σπορ του Ηρακλειώτη, όταν έχει λεφτά, γιατί τον τελευταίο καιρό ό,τι βγάζει το δίνει για τη συντήρηση εσπρεσσομηχανών).

Μετά την ανακάλυψη παραδοσιακού ψητοπωλείου στη χιπστεροφωλιά της οδού Ρόμβης και τη συνακόλουθη κατανάλωση κρεατοεδεσμάτων, χωριστήκαμε σε υποομάδες: «υγεία & άθληση» (κορίτσια) «κατανάλωση & εγκαρτέρηση» (αγόρια) οπότε περπατώντας και οδηγώντας αντίστοιχα επιστρέψαμε στο σπίτι, για τον απογευματινό γαλλικό καφέ και την προετοιμασία για τα βραδινά μπουζούκια.

Τα παιδιά έκλεισαν τραπέζι στην Εμπατή Νορθ, ο τόνος στη λήγουσα και, ειλικρινά, δεν ξέρω πώς ζούσα τόσα χρόνια χωρίς να ξέρω τούτη τη λεπτομέρεια, μ’ αφήνανε να γίνομαι ρεζίλι των μπουζουκιώνε, όλο «μπροστά από την έμπατη περνάμε τώρα» [έμπατη και στη μούρη σου, κοπελιά].

Είχα να πάω στα μπουζούκια πολύ καιρό, μπορεί και διετία, τίποτα δεν έχει αλλάξει, ωστόσο επιθυμώ να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με τον υπόλοιπο κόσμο, ιδίως εν μέσω μπλογκοβίζιον. Το σχήμα που τραγουδούσε αποτελείτο από τους: Αντύπα, Άντζελα Δημητρίου, Σπύρο Σπυράκο. Ο Αντύπας δεν ξέρω γιατί δεν έχει επίθετο, σίγουρα θα υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος.

Μπουζούκια Εθνικής, διαχρονικά γνωρίσματα:

Μαγαζί.

Κάτω από κόμβο, πίσω από σουπερμάρκετ τύπου cash&carry, απέξω μοιάζει με κοντέινερ, από μέσα με μαύρη τρύπα (και στο χρόνο). Η αρχιτεκτονική δεν είναι το φόρτε των μπουζουκιών εν γένει, πόσο μάλλον αυτών που εφάπτονται της Εθνικής οδού. Καθόλου γκλίτερ, καθόλου λάμψη, απλά, λαϊκά, καθαρόαιμα μπουζούκια, τίμια πράματα χωρίς μπαλέτα και σάλτσες. Πουθενά ο Κωνσταντίνος Ρήγος.

Κόσμος.

Εκπρόσωποι της ΓΣΒΕΕ: του βιοτέχνη το ανάγνωσμα, χασάπηδες, μανάβηδες, ιδιοκτήτες συνεργείων αυτοκινήτων με επιθετικό μάρκετινγκ επαναλαμβανόμενων προσφορών στο γκρουπόν, λάστιχα – λάδια – τρακαρίσματα 200€, από τώρα και μόνο για 24 ώρες, όσοι προλάβετε. «Πουτάνα κρίση, ό,τι είχα στην άκρη για να καλύψω επιταγές, γουίσκια θα τα κάμω».

Γυναίκες των εκπροσώπων: «εγώ, Σταυρούλα μου, του το έχω πει του Χρήστου, πολλές φορές κιόλας. Δε μπορούμε εμείς να κλειδωνόμεθα στο σπίτι, επειδή κάποιοι ξένοι, ευρωπαίοι, αποφάσισαν να κάνουμε οικονομία. Ναι, μωρή, το πούλησα σου λέω το οικόπεδο στον Κάλαμο, πρόπερσι που πήγαμε Ταϊλάνδη».

Μπαρτσελιστές: ουδεμία σχέση με τους οπαδούς της Μπαρτσελόνα. Κατά δήλωση της Λέιντι Άντζυς Χερ Χάινες, όταν ξαναπαντρευόταν το Γιώργο τον Τρούπη (circa 2005), θα έκανε «μπάρτσελο». Τότε ξεπήδησε το πανελλήνιο κίνημα του «μπαρτσελισμού», οι οπαδοί του οποίου τίμησαν – στην περίπτωσή μας – το προηγούμενο Σάββατο την ιδρύτριά του με τις πρέπουσες μπουζουκοτιμές της ρίψης γαρίφαλων και κατανάλωσης ύποπτων οινοπνευματωδών ποτών.

Διακρίνονται σε υποκατηγορίες. (α) Πρώην γκολντενμπόιΖ, με μαύρο Johnnie, πούρο, αμφίεση Ferragamo. Μισό να κάνω λίγο δεξιά να ξεράσω και συνεχίζουμε. (β) Douchebags, με τζιν οχτάτσεπο τουλάχιστον (έχω πολλά κλειδιά, μάνα μου, και μπερδεύονται), ζέρσεϊ λευκή μπλούζα με χρυσή στάμπα, τατουάζ στο λαιμό. Ουδέν σχόλιο.

Χλιδάτοι ανθυποσελέμπριτις: «δημοσιογράφοι», «ηθοποιοί», τηλεπαρουσιαστές, τηλεπωλητές, τηλεκοντρόλ [τη Βουλή βάλε, έχει την «Εαρινή Σύναξη των Αγροφυλάκων»]. Σε κατάσταση αγκύλωσης του λαιμού, από το πολύ στρίψιμο προς την είσοδο, μην έρθει ξαφνικά το «νεανικό δελτίο του Σταρ» κι έχουν φάει όλο το λιπγκλός και δε βγουν καλά στο πλάνο. Εμείς είδαμε την connoiseuse του μάλλινου κόμπου, Δέσποινα Μοιραράκη, με το σύζυγο, χωρίς τους άμοιρους Πακιστανούς, που προφανώς ξετίναζαν σε κάποια αποθήκη του Αμαρουσίου το εμπόρευμα που φτιάχνουν οι μανάδες τους στα περίχωρα του Καράτσι.

«Οι τσούλες της γης»: κυκλοφορούν ανά εξάδες, διότι «για 6 είναι το σωστό τραπέζι». Υπάρχει αυστηρή ιεραρχία: αρχηγός, υπαρχηγός και οι υπόλοιπες, συνήθως συγγενείς ή γειτονοπούλες. Ο κώλος της αρχηγού (συνήθως είναι και η μεγαλύτερη σε ηλικία) έχει γράψει εκατοντάδες χιλιόμετρα σε καρέκλες μπουζουκιών. Ο κώλος της υπαρχηγού τον ανταγωνίζεται στα ίσα, ωστόσο είναι κατά τι μικρότερος σε έκταση. Η πιο ωραία υστερεί απροσδιόριστα σε bitchyness, η πιο καλλίγραμμη είναι αυτή που θα φοράει το πιο κακόγουστο διαμπερές (επιπέδου νεόδμητο ρετιρέ στο Γέρακα) κομμάτι υφάσματος. Και το αποκαλώ έτσι, διότι αυτό το πράμα δεν είναι ρούχο, όχι λόγω της – έτσι κι αλλιώς – ελάχιστης έκτασης, αλλά λόγω του ανεκδιήγητου ντιζάιν και ραφής (σχολικό παράδειγμα: 60 εκ. απ’ άκρη σ’ άκρη, δέσιμο πίσω από το λαιμό, κάθετο άνοιγμα στον αφαλό, παγιετέ χιαστί λωρίδες στην πλάτη, πνευμονία εγγυημένη). Το σουτιέν είναι απαγορευμένη έννοια. Το βρακί υπερτιμημένο.

Αποχρώσεις καούκας: ο,τιδήποτε έντονο. Αχυρί/ κορακί/ δαμασκηνί. Αυτή που θα κάθεται ακριβώς από πίσω σου θα είναι αυτή που δεν πρόκαμε να πάει στο κομμωτήριο και θα τινάζει την πιτυρίδα της ακριβώς πάνω στον αριστερό σου ώμο, καθώς θα χτυπιέται με τρέλα στο «εσύ τί λες, θα γίνουμε επιτέλους εραστές». Που φυσικά, εραστή έχει ήδη και συνήθως είναι πολύ μεγαλύτερος ή πολύ μικρότερος.

Το αρχηγείο όλο το βράδυ ανταλλάζει λάγνες ματιές με τους douchebags «μπαρτσελιστές», γιατί «να βρω κάνα καλό παιδί στη Σουλίτσα μου». Η Σουλίτσα είναι παρούσα, αλλά δεν βλέπει κανέναν στο μαγαζί, διότι στο μισό πρόγραμμα είναι πάνω στην καρέκλα και κουνάει τον κώλο της (που έχει μέλλον για να φτάσει αυτόν της μαμάς της). Στο τέλος της βραδιάς έχουν στο τραπέζι τους κατά μέσο όρο: 1 βιοτέχνη μερακλή, χωρισμένο, με δυο παιδιά παντρεμένα στη Λάρισα και 2 douchebags (για τη Σούλα και την ξαδέρφη της). Την ώρα των ζεϊμπέκικων, σχεδόν μεταφυσικά (για καλή του τύχη ο Αλέξης Δαμιανός πέθανε και δεν είναι σε θέση να βλέπει κάτι τέτοια) περνάει την πόρτα κι ο φαντάρος γκόμενος της υπαρχηγού, περπατώντας στα μωσαϊκά στο ρυθμό του αρχιμπουζουξή.

Δυο πράματα να προσέξεις, αν τύχουν δίπλα σου: μη σου καθίσουν καμιά αγκωνιά στα ζεϊμπέκικα (γι’ αυτές υπάρχει μια ιδιόμορφη ντε φάκτο intimacy με τους θαμώνες) και μη σου ‘ρθει κανένα φιστίκι στο μάτι, γιατί την ώρα που αυτές σβερκώνουν τα κάσιους, ο Αντύπας ερμηνεύει το «Ζηλεύω πολύ» και αντανακλαστικά σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, εκτοξεύοντας μικροαντικείμενα προς κάθε κατεύθυνση.

Φεύγοντας, δείξε την ανθρωπιά σου και ευχήσου στη Σούλα και το νέο αρραβωνιάρη «να ζήσουν» (αρκεί να μην ξανανταμώσετε ποτέ).

Πρόγραμμα:

Αν ένας από τους τρεις βασικούς του σχήματος είναι πολύ ψωνισμένος, μην περιμένεις encountering ανάμεσα στους καλλιτέχνες. Ούτε μισό ντουέτο δεν θα παίξει, κι αν έχεις προσδοκία να τα σπάσεις όλα με το «Δώσε μου τώρα να πιω, πλάι σου να σκοτωθώ, το δηλητήριο που κράτησες για μένα», πιες το από νωρίς το δηλητήριο, γιατί καμία φίρμα δε θα ρίξει τα μούτρα της για να στονάρει παρέα με μια άλλη. Αν είναι πολύ πλακωμένοι, ετοιμάσου ν’ ακούσεις τα ίδια τραγούδια από τρεις φορές, γιατί κανείς δεν κάνει υποχώρηση να βγάλει το «αρμενάκι είμαι κυρά μου, πάρε με» (by the way, όποιος έχει καταλάβει τί θέλει να πει ο ποιητής, να στείλει email). Οι άντρες τραγουδιστές 50+ φοράνε λαμέ (λαμέ, lame, όπως θες πες το), οι νεότεροι ψωνίζουν παρέα με τους douchebags θαμώνες. Οι γυναίκες λάμπουν σαν πρωταγωνίστριες του Twilight, προνοώντας στην επιλογή κάθε άουτφιτ, ώστε να είναι κατάλληλο και για την ετήσια παρέλαση του Καρναβαλιού Δήμου Μοσχάτου (τραγουδιστική σαιζόν – Απόκριες, ένα έξοδο).

Σημαντικές λεπτομέρειες:

· Τον μετρ τον λένε πάντα κύριο Λάκη και βάφει τα μαλλιά του με ό,τι περισσέψει από την κόλεστον της γυναίκας του. Παλιά, πολύ παλιά, τα ‘βαφε στου Μάκη του Ψωμιάδη, αλλά μετά το Κολωνάκι χάλασε και πού να ψάχνεις τώρα για πάρκινγκ.

· Αν κατουριέσαι συχνά και δεν το ‘χεις με τα τακούνια, συνδύασε τα δύο flaws, πήγαινε με φλατ και στο σπριντ για το ποια θα κατουρήσει πρώτη στο διάλειμμα, η νίκη είναι δική σου.

· Ποτέ μην τρέχεις πέριξ της πίστας, διότι αν δεν έχεις γλιστρήσει πάνω σε λιωμένο γαρίφαλο, δεν ξέρεις τι θα πει ταχύτητα του φωτός. Εκτός αν δουλεύεις πυρετωδώς στο CERN, οπότε τι δουλειά έχεις το 14ο χιλιόμετρο;

Φεύγοντας από την Εμπατή μας περίμενε μια καντίνα, την οποία τιμήσαμε δεόντως (ταίριαζε το σάντουιτς με την φύση γύρω μας). Την επόμενη μέρα ο Γ με τον Β ψήσανε κρέατα στη σχάρα (από προχτές έχω φάει ένα μοσχάρι ολομόναχη), τα οποία συνδύασαν με γαλλικό καφέ (φυσικά), που αντικατέστησε επάξια την κοκακόλα στο τραπέζι τους, τώρα και για πάντα.

Την υπόλοιπη Κυριακή την περάσαμε πάνω σε μια καρέκλα/καναπέ, κάνοντας το απόλυτο τίποτα (για την ακρίβεια οι μισοί παίζανε στοίχημα, με φυσιολογικές ομάδες και μ’ αυτές που το όνομά τους είναι κάτι σαν «Στρόμσγκοντσετ»). Προσπαθούσα να μη γελάω μόνη μου, καθώς θυμόμουν συχνά τον Αντύπα να ερμηνεύει το «είμαι στα χάι μου», άσμα που συνειρμικά μου θυμίζει τον επίτιμο επί εποχής πρωθυπουργίας του, ν’ ανεβαίνει με στολή αεροπόρου σε F16. Το τραγούδι να παίζει μπαγκράουντ σε βίντεο του Μητσικώστα και τα ένδοξα 90s να περνάνε ανέμελα.

Advertisements

3 Comments Add yours

  1. Ανώνυμος says:

    Για ακόμη μία φορά ένας οδηγός επιβίωσης τόσο πρακτικός που κάνει το lonely planet να κρυβεται στη σκοτεινή γωνιά του. Αν κ η εμπειρία μου από μπουζούκια αγγίζει το ναδίρ, τον συσχετισμό γαρύφαλο λιωμένο-τούμπα-CERN τον επιβεβαιώνω. πάραυτα. Μια παράκληση: ΑΝ σου εξηγήσουν το αρμενάκι και τον Μάουκα θα προσθέσω εγώ, μην μας αφήσεις στην άγνοια μας. — ChaosCreator

  2. Ανώνυμος says:

    welcome back:)

  3. Jay says:

    “αν δεν έχεις γλιστρήσει πάνω σε λιωμένο γαρίφαλο, δεν ξέρεις τι θα πει ταχύτητα του φωτός”
    χαχαχαχαχαχαχα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s