Αναμέτρηση με ένα προϊστορικό πλάσμα.

Ντίαρ ολ,

Την Κυριακή, με καταρροή, στο έλεος του πρώτου γερού κρυώματος της σαιζόν, πήρα το Α7 από την Τρικούπη για να πάω στο Kosmopolis Odeon, στην avant première της ταινίας «Τυραννόσαυρος» την οποία οργάνωσε για τους μπλόγκερΖ η Feelgood Entertainment.

Το λεωφορείο άδειασε από τους χαρωπούς Φιλιπιννέζους στην αρχή της Κηφισίας, κι έμειναν σκόρπιοι στις θέσεις οι υπόλοιποι κουκουλωμένοι επιβάτες. Μια στάση μετά το «Υγεία» μπήκε μέσα ένας εξηντάρης κύριος σε (εκ γενετής/εκ προθέσεως/εκ προοιμίου/εκνευριστική) αζιτασιόν, ότι – λέει – ο οδηγός πήγε να τον πατήσει (άλλη δουλειά δεν είχε μεσημεριάτικα, σου λέει «ας φάω έναν διαβάτη»), οπότε ο οδηγός σηκώθηκε από τη θέση του πολύυυ μανουριασμένος (τότε πράγματι ήθελε να τον πατήσει, κάτω) κι άρχισε να τον «προειδοποιεί» να μην τολμήσει να συνεχίσει τη μουρμούρα μέχρι να φτάσουν την Κηφισιά, σε mode «αν έχεις εσύ προβλήματα, εγώ να δεις τι έχω» (let me guess: χρέη, εφορία, πεθερά στο Ιπποκράτειο, νέα κυβέρνηση, τριχόπτωση και πάει λέγοντας). Η πεντάλεπτη λεκτική βία που ξεδιπλώθηκε στη μέση του λεωφορείου – ακορντεόν δεν ήταν κάτι που δεν είχα ξανακούσει στη ζωή μου (αν και προσέγγιζε τα γηπεδικά στάνταρτς), ωστόσο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ζωής στην Αθήνα τον τελευταίο καιρό (χρόνο; Μπα, πενταετία), όπου πολλοί άνθρωποι ψάχνουν και βρίσκουν αφορμές για να πλακώνονται μεταξύ τους στα μέσα μεταφοράς, στις δημόσιες υπηρεσίες, στις τράπεζες, στον ύπνο τους.

Μέχρι να φτάσω στο «δαχτυλίδι» δεν υπήρξε συνέχεια στον καβγά (καλά, δεν άκουσα και τις ειδήσεις για να το σιγουρέψω, π.χ. «πιάστηκαν στα χέρια οδηγός με επιβάτη στα βόρεια προάστια»), κατέβηκα από το λεωφορείο και μέχρι να περάσω στο απέναντι ρεύμα της Κηφισίας κόντεψε να με πάρει ο αέρας (αυτός ο καιρός έχει ένα καλό: σε κάνει να αισθάνεσαι αδύνατος). Φτάνοντας στο σινεμά έκανα ό,τι κάνω πάντα πριν τις ταινίες, εφόσον μου δίδεται η δυνατότητα από τις εγκαταστάσεις της εκάστοτε αίθουσας: πήγα και πήρα μια σακουλάρα ζαχαρωτά (ναι, σαν επτάχρονο, τί κακό έχουν τα επτάχρονα) και κάθισα ήσυχα να τα μασουλήσω μέχρι να ξεκινήσει η προβολή.

Κατεβήκαμε στην αίθουσα γύρω στις δύο (είχα φάει μόνο 10 ζαχαρωτά, από τα 50 κομμάτια, δουλεύοντας το ζήτημα «αυτοσυγκράτηση σε δημόσιο χώρο»). Περιμέναμε ελάχιστα (άλλα 5 ζελεδάκια δηλαδή) μέχρι να ξεκινήσει η προβολή.

Στο ξεκίνημα της ταινίας, ο χήρος Τζόζεφ, ένας εξηντάρης (πάνω κάτω) περιθωριακός Άγγλος, μέθυσος και ολίγον τζογαδόρος, σ’ ένα (ακόμα) ξέσπασμα βίας του, σκοτώνει με μια κλοτσιά τον αγαπημένο του σκύλο (σκέψου και να μην τον αγαπούσε). Σε ένα από τα επόμενα ξεσπάσματά του, που δεν αργούν να έρθουν, μπουκωμένος με οργή, βρίσκει καταφύγιο στο charity shop όπου εργάζεται η Χάνα. Ευγενική και (φαινομενικά) γαλήνια, του προσφέρει τη φιλοξενία της με τον τρόπο που εκείνη επιλέγει: προσευχόμενη στο Θεό για τη σωτηρία του Τζόζεφ. Ο ισοπεδωτικός Τζόζεφ, που η ζωή τον έχει «χτυπήσει» πολύ (όσο κι αυτός εκείνη), απορρίπτει τον τρόπο ζωής της Χάνα, ψέγοντας τις ανέσεις της, την πίστη της και την «εκ του ασφαλούς» επίκληση των θείων για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής. Η Χάνα, καρτερική εκ – χριστιανικής το πρώτον – πεποίθησης, υπομένει μέσα στο «καθώς πρέπει» σπιτικό της τον υποκριτή σύζυγό της, μια αντιπαθέστατη μορφή με μικρά γουρουνίσια μάτια, που ασκεί πάνω της αφόρητη ψυχολογική και σωματική βία.

Ο Τζόζεφ πίνει και καταστρέφει φανερά, ενώ η Χάνα πίνει και καταστρέφεται κρυφά απ’ όλους. Στην πορεία των συναντήσεών τους, η ανθρωπιά της Χάνα φαίνεται να διεισδύει, έστω ελάχιστα, στην ψυχή του Τζόζεφ, ο οποίος σύντομα παύει να είναι σίγουρος για το well-being της, μόλις τη δει δαρμένη και ταπεινωμένη (για πολλοστή φορά) από το σύζυγό της.

Ο πιτσιρικάς γείτονας του Τζόζεφ, ο ετοιμοθάνατος φίλος του, ένας θαμώνας της παμπ, όλες οι μίζερες φιγούρες του κοινωνικού του κύκλου, συνθέτουν ένα απύθμενα προβληματικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο η Χάνα εμφανίζεται ως η μόνη ελπίδα για τη μετάβαση του Τζόζεφ σε μια ήρεμη και βιώσιμη καθημερινότητα. Ωστόσο τις εξελίξεις στη σχέση τους θα καθορίσουν οι ανεξέλεγκτες παρορμήσεις και η βαθιά ανάγκη για λύτρωση καθενός από το προσωπικό του δράμα.

Ο «Τυραννόσαυρος», ένας χαρακτηρισμός που ξεκίνησε σαν αστείο από τον Τζόζεφ, αναφερόμενο σε πρόσωπα του παρελθόντος του, δεν ανήκει μόνο στα προϊστορικά χρόνια. Είναι η βαριά, τυραννική, αιμοβόρα σαύρα που μεγαλώνει μέσα σου, από την πρώτη στιγμή που δεν θα καταφέρεις να επιβληθείς στον εαυτό σου και να βάλεις φρένο σ’ αυτούς που σε κάνουν να υποφέρεις. Είναι το τέρας που θα κείτεται κάτω από την ανθρώπινη κρούστα σου και θα τρέφεται από τα λάθη τα δικά σου και των γύρω σου, μέχρι εσύ να το τσακίσεις μ’ ένα σφυρί. Τσακίζοντας ταυτόχρονα και λίγο από τον εαυτό σου.

Η ταινία του Paddy Consindine ήδη πολυβραβευμένη (τα πήρε όλα κι έφυγε) σε διάφορα φεστιβάλ ταινιών, όπως το Sundance Festival (αχ, Ρόμπερτ Ρέντφορντ, αχ, καρδούλες, εχμ, ναι, στο θέμα μας), αποδίδει με άκρατο ρεαλισμό τις παθογένειες μιας κοινωνίας (κάθε κοινωνίας για την ακρίβεια), προς «γνώση» και «συμμόρφωση» του θεατή. Και σου προσφέρει το σφυρί, για να πράξεις ανάλογα.

Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές, ειδικά των δύο πρωταγωνιστών, Peter Mullan και Olivia Colman. Για την ακρίβεια τις λες εξαιρετικές (κριτικός κινηματογράφου δεν είμαι, αλλά δεν είμαι και στραβή). Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες 24 Νοεμβρίου και να πάτε, όχι μόνο για το στόρι και για τις ερμηνείες, αλλά και για το «δεμένο» σενάριο και τηνμ φωτογραφία. Εξάλλου, αναμένεται να πάρει κι άλλα βραβεία (δεν ξέρω αν «παίζει» και για τα Όσκαρ, άνετα μπορούσε βέβαια).

Το πώς δεν πλάνταξα στο κλάμα είναι ένα άλλο ζήτημα (η ευεργετική επίδραση της ζάχαρης) και μόλις τέλειωσε η ταινία προσπέρασα γρήγορα τους γονείς με τα 4χρονα που είχαν πάει να δούνε τα Στρουμφάκια, για να βγω στην Κηφισίας, όπου ο αέρας έπαιρνε και πάλι τον κόσμο. Ο καιρός ήταν ασορτί με την ταινία κι όσο χάζευα τη μαύρη καταχνιά προς την πλευρά της Πεντέλης, περπατώντας μέχρι την κοντινότερη στάση, πέρασε από δίπλα μου το Α7. Δεν περίμενα το επόμενο, όχι τόσο γιατί έκανε ψοφόκρυο και θ’ ανέβαινα με το ατομικό μου igloo μετά από 20 λεπτά αναμονής χωρίς απάγκιο κι απανέμι, αλλά γιατί δεν ήθελα να ξαναπετύχω τον μεσημεριανό ολοζώντανο «τυραννόσαυρο», που θα είχε πάει στην Κηφισιά, θα είχε γυρίσει, θα είχε ξαναπάει, θα είχε ξαναγυρίσει και θα πλακωνόταν σ’ όλα αυτά τα μάταια πέρα-δώθε με τον οδηγό και τους επιβάτες, στριφογυρίζοντας στο κλουβί του, χωρίς να βρεθεί μια Χάνα στο δρόμο του, να του χαϊδέψει το κεφάλι και να του στραγγίξει την απελπισία.

Έφαγα τα υπόλοιπα ζαχαρωτά στο ταξί και τσέκαρα μήπως έχω κι εγώ καμιά ουρά κρυμμένη. Ποτέ δεν ξέρεις.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s