Να το πάρει το ποτάμι.

Ντίαρ ολ,

Το φετινό δώρο των διακοπών ήταν μια ξεγυρισμένη λαρυγγίτιδα και μια αντιβίωση με γεύση πόμολου. Το χτικιό, λέμε. Να ξυπνάς τη νύχτα απ’ το βήχα και μαζί σου ν’ αλυχτάνε τα σκυλιά δύο λόφων. Έτσι κακομοιριασμένη με είδε η Γ και με κάλεσε στο εξοχικό της στον Αλμυροπόταμο Ευβοίας, να με χτυπήσει ο θαλασσινός αέρας, να συνεφέρει το λαρύγγι, να μη χρειαστεί ν’ ακυρώσω άλλη συναυλία για φέτος.

Για να πας στον Αλμυροπόταμο, υπάρχουν δύο πιθανές διαδρομές: να πάρεις το δρόμο για Χαλκίδα κι από κει όλο προς τα κάτω, με κατεύθυνση τα Νέα Στύρα ή να φτάσεις στο λιμανάκι της Αγίας Μαρίνας, κοντά στο Μαραθώνα και να πάρεις το φέρρυ για Νέα Στύρα. Σε κάθε περίπτωση, τα Νέα Στύρα δεν τα γλιτώνεις. Για να φτάσεις δε στην Αγία Μαρίνα περνάς, μεταξύ άλλων, και από το Κάτω Σούλι Μαραθώνα (που όλο το περιεργαζόμουν ως προορισμό των ΚΤΕΛ Αττικής και ποτέ δεν είχε βρεθεί ένας χριστιανός να με πάει). Σε όλο το δρόμο από Μαραθώνα μέχρι Αγία Μαρίνα βλέπεις χαρούμενους μετανάστες πάνω στα ποδηλατάκια τους, μπακάλικα με ασιατικό φαγητό, βαριεστημένους μπαρμπάδες να πίνουν ελληνικό καφέ – μονό – στα καφενεία και επιγραφές σε σαγρέ τοίχους «ΠΟΛΟΥΝΤΕ ΑΒΓΑ ΚΕ ΚΟΠΡΙΑ». Μούλτι – κούλτι κουλέρ λοκάλ και χαριτωμένη ανορθογραφία.

Αν τύχεις στο «καλό» το φέρρυ, το καινούργιο, το «Στύρα Ντάιαμοντ», θα πιάσεις ακτή Εύβοιας σε 35-40 λεπτά, κυριλέ, εκτός αν καθίσεις στο εσωτερικό σαλόνι του, όπου θα σε ξεκολλάνε από τα καθίσματα μόνο με αξίνα, απ’ τον πάγο που θα ‘χεις πιάσει λόγω του κλιματισμού. Σε συνδυασμό με το φωτισμό κρεοπωλείου που έχει όλο το σκάφος, πιάνεις φήλινγκ χοιρινής μπριζόλας στην κατάψυξη (όπως ήσουν στην αρχή του καλοκαιριού), εναλλακτικά μοσχαρίσιας (όπως έγινες, τώρα στο τέλος του).

Στο λιμάνι των Νέων Στύρων δεν είδαμε κάτι συγκλονιστικό, μόνο ένα μπάρμπα που δόλωνε ένα καλάμι, πάνω σε μια άσπρη πλαστική πολυθρόνα. Ζωάρα ο μπάρμπας και κάτσε εσύ ν’ αγχώνεσαι.

Μετά από είκοσι λεπτά διαδρομή και πολλές ανεμογεννήτριες, φτάνεις στον Άνω Αλμυροπόταμο, που είναι σχεδόν παραδοσιακός, δηλαδή έχει τα πέτρινα σπιτάκια του, τις αυλίτσες του, την εκκλησία του, την πλατεία του και τα 4x4 αγροτικά του, για να πιάσεις την κατηφόρα, που θα σε βγάλει στον παράλιο Αλμυροπόταμο (για τους μυημένους, Salty River). Με το που μπαίνεις στο χωριό αντικρίζεις ένα ψητοπωλείο, το οποίο είναι καλό σημάδι, κατά γενική ομολογία. Προχωρώντας παρατηρείς και δεύτερο και τρίτο ψητοπωλείο και γενικώς συνειδητοποιείς ότι ο ένας σκοπός για τον οποίο ξεκίνησες να πας εκδρομή (πέραν της φυσιολατρίας), αναμένεται να εκπληρωθεί πολλαπλά.

Το εξοχικό της Γ βρίσκεται στην άκρη του χωριού, ανάμεσα στα ενοικιαζόμενα δωμάτια των γονιών της και πλαισιώνεται από δυο τεράστιους φοίνικες, μια χαρουπιά κι ένα στραβοκλαδεμένο από την ίδια φράχτη (αφού ο άντρας της είναι αρτιμελής ακόμα, δεν λέω κουβέντα, πες πως δεν πειράζει για το φράχτη). Όλο το χωριό έχει ησυχία μέρα νύχτα (το Σεπτέμβριο τουλάχιστον, διότι στο κατακαλόκαιρο τα στίφη των εκδρομέων δεν αφήνουν τίποτα όρθιο, καταπώς λέει η Γ), άντε να ταρακουνήσει τη νιρβάνα σου μια εξάτμιση σέμπρικ ή μια νυχτερίδα ή ο Μπάτμαν στο μπατμομπίλ (υποψιάζομαι ότι δεν ήταν κάγκουρας με παπί και σέμπρικ αυτό που με ξύπνησε ένα ξημέρωμα).

Συνολικά ο Αλμυροπόταμος εμπίπτει στην κατηγορία «γραφικό ψαροχώρι», καθόσον διαθέτει: ποταμάκι που περικυκλώνει το χωριό με γεφυράκια ανά μερικά μέτρα, πάπιες (αν είσαι τυχερός να τις δεις), μικρή παραλία με λεπτή άμμο και πεντακάθαρη θάλασσα, δεντράκια επί της παραλίας, ταβερνούλες σε ύφος 70s και βέβαια, βάρκες, βαρκούλες, ψάρια και ψαράκια (αν αφήσαμε κανένα αφάγωτο). Τα σπίτια είναι χτισμένα με τον κλασικό ελληνικό τρόπο «ένα δωμάτιο μωρέ, να βολεύονται τα παιδιά με την πεθερά μου κι ύστερα σηκώνω κι έναν όροφο, φτιάχνω και το γκαράζ για το χιουντάι, να μη βάλω και μια ψησταριά πετρόχτιστη, να περνάει η ώρα, γύρνα και ξαναγύρνα το μπιφτέκι».

Το καλύτερο πράγμα στο χωριό, πέραν της ησυχίας, είναι η ελληνική πατέντα της αθώας καταπάτησης αιγιαλού, τα τραπεζοκαθίσματα δηλαδή (των μαγαζιών και των νοικοκυριών) πάνω στην άμμο, σχεδόν μέσα στο νερό, για να δροσερεύει και η πατουσίτσα. Παίρνεις το καπέλο και το βιβλίο σου, πιάνεις πλάτη σ’ ένα δέντρο και μ’ αυτόν τον τρόπο, ξεμένεις και δυο βδομάδες στην ίδια θέση.

Για μπάνιο έχεις διάφορες επιλογές, είτε να πας Αιγαίο, δηλαδή σε παραλίες στην αντίθετη πλευρά του χωριού, όχι πολύ μακριά, αλλά με σοβαρό κίνδυνο ανύψωσης άνω της στρατόσφαιρας λόγω αέρα, είτε να πάς εκεί δίπλα σε διάφορες μικρές κι ευτυχώς «ανοργάνωτες» αμμουδιές, πράγμα που επιλέξαμε άνευ ετέρου (τεμπελόσκυλα, και να πεις ότι δεν είχαμε φάει για να κρατάμε κόντρα στα μποφώρια…). Σε μικρή απόσταση από το χωριό είναι η παραλία «Γαλάζια Λίμνη» (no Brooke Shields, no cousin, no party), που πράγματι τα νερά της είναι γαλάζια και το σχήμα της σχεδόν κυκλικό, με συνέπεια να ευφραίνεται ολόκληρο το σώμα και ιδίως το μάτι σου.

Λιώσαμε (σ)τις ξαπλώστρες της καφετέριας πάνω από τη Γαλάζια Λίμνη, εγώ προσπαθούσα να τελειώσω το Game of Thrones κι έτρωγα τα νύχια μου για την τύχη του Σταρκέικου, ο Γ με το Μ κάναν ότι παίζανε μπάλα μέσα στη θάλασσα (τους πλεύρισε ένα 10χρονο, που εντάχθηκε αυτοβούλως στο παιχνίδι, μα πόσο θράσος τα πιτσιρίκια σήμερα, έννοια σου και τη Δευτέρα πας σχολείο) και η Γ πεινούσε. Έμπαινε στη θάλασσα, πεινούσε. Έβγαινε από τη θάλασσα, πεινούσε. Έπινε καφέ, πεινούσε. Έτρωγε, πάλι πεινούσε. Μόνο στο πρωινό που δεν τολμούσε να πει ότι πεινάει (μετά από 3 κομμάτια τυρόπιτα και μισό κουτί μερέντα).

Οι γείτονές μας στα ενοικιαζόμενα των γονιών της Γ (που προφανώς τη στέλνουν εκεί τα καλοκαίρια, για να μην την ακούνε όλη μέρα να λέει ότι πεινάει) ήταν κάτι κυριούληδες με διευρυμένα «κάντο-μόνος-σου» ενδιαφέροντα (καλλιέργεια κήπου, λιάσιμο ντομάτας, προετοιμασία σπόρων ξυλάγγουρου). Κατά τούτο πήραμε ιδέες για μελλοντικές διακοπές και ασορτί δραστηριότητες, γιατί ταυτόχρονα μαθαίναμε τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης κι έτσι συμφιλιωθήκαμε με τα μελλοντικά ενδεχόμενα «Αυστραλία και λάντζα» (κακό σενάριο) ή «Κρήτη και βιολογική καλλιέργεια» (καλό σενάριο).

Ο κόσμος στο χωριό ήταν πολύ χαλαρός (τί καλό να μην πιάνει η τηλεόραση, σε στιγμές που νιώθεις το κακό να έρχεται καταπάνω σου με δρασκελιές). Οι γιαγιάδες φορούσαν εκείνα τα xxxl ολόσωμα μαγιό και καθόταν για ώρες πάνω στην παραλία (δυο μέρες, δεν είδα να πιάνουν βελονάκι, καλομάθανε βλέπεις), τα παιδάκια είχαν πέσει στη γλυκιά μελαγχολία του σχολικού αγιασμού της επερχόμενης Δευτέρας (δεν κατέβαινε το μίλκο, σου λέω), οι μαγαζάτορες έπλεναν καρέκλες και τις στοίβαζαν στις αποθήκες και στην ταβέρνα της κυρα – Τασούλας είχε στηθεί ένα άτυπο κομμωτήριο, γιατί η κόρη της πάντρευε ένα ζευγάρι σ’ ένα διπλανό χωριό. Βγήκε η κόρη απ’ την ταβέρνα, να μυρίζει λακ και γαύρο τηγανιτό, όλα πάνω της σομόν (εκτός απ’ την οδοντοστοιχία), μπήκε σ’ ένα κόκκινο κωλοφτιαγμένο φόκους με τον αρραβωνιάρη κι εξηφανίσθη. Ακόμα να ποινικοποιηθεί το πλαστικό τούλι στα φτηνά συνθετικά κουμπαροφορέματα. Και τα ίδια τα κουμπαροφορέματα. Και τα ασορτί μπρονζέ πέδιλα. Και η τόση λακ, μη σου πω.

Το φαγητό ήταν νοστιμότατο, διότι η περιοχή έχει μπόλικη σαρδέλα (δυστυχώς είχε παρέλθει η ασορτί γιορτή), κουτσομούρα και διάφορα άλλα ψαροεδέσματα, αλλά το μεγάλο χιτ ήταν τα αμπελοφάσουλα, οι φουρνιστές μελιτζάνες με σάλτσα και η χωριάτικη. Για καλή μας τύχη, το παγωτό μηχανής από φρέσκο γάλα είχε τελειώσει. Μαζί και το περιθώριο του τζιν.

Το βράδυ είχε δυο μαγαζιά να πας (το ένα έπαιζε κι αξιοπρεπή μουσική), αλλά ήταν κλειστή η ντίσκο που ονομάζεται, όπως κάθε ντίσκο – απολίθωμα των 80s που σέβεται τον εαυτό της, Λα Λούνα (τρία σφηνάκια πέντε ευρώ, διαγωνισμός καραόκε για παιδιά έως 12 ετών). Η ντίσκο δεν είναι το μοναδικό απολίθωμα του Αλμυροποτάμου, διότι είχε βρεθεί ένας δεινόσαυρος στην ευρύτερη περιοχή (ή τυραννόσαυρος ή βροντόσαυρος, δεν είχαμε το Ρος το Γκέλερ μαζί, δε μάθαμε), το μεταλλικό ομοίωμα του οποίου έχει ανεγερθεί δίπλα από την παραλία κι απέναντι από την παιδική χαρά (παίζω και μαθαίνω και τρομάζω). Παλιότερα, κομμάτια του απολιθώματος και άλλα ευρήματα είχαν συγκεντρωθεί σε ένα ξύλινο σπιτάκι, 2 επί 2, το οποίο βρήκαμε διαλυμένο, δίπλα από τον πολιτιστικό σύλλογο «Η Πρόοδος». Καμία πρόοδος στο θέμα «παλαιοντολογία και ύπαιθρος».

Εντυπωσιακή ήταν η αναγραφή συνθημάτων του ΟΦΗ σε τοίχους του χωριού (πού βρέθηκε ο Ηρακλειώτης σώγαμπρος εδώ πάνω και κυρίως πού βρήκε την όρεξη να γεμίσει τους τοίχους). Κατά τα άλλα, κάποιος γαύρος από τη Νίκαια έχει γεμίσει με αντίστοιχα συνθήματα κάθε εξωτερική επιφάνεια από το χωριό μέχρι τα Νέα Στύρα, με αποτέλεσμα για τους βάζελους να έχουν μείνει μόνο οι πινακίδες και τα αυτοκόλλητα του κλαμπ της Χαλκίδας.

Τα Νέα Στύρα, έτσι που τα είδαμε στο φως της μέρας, δεν έχουν να επιδείξουν κάτι το ιδιαίτερο, εκτός από κείνο το παγωτό που δεν προλάβαμε να φάμε, για να μπούμε στο φέρρυ των 19:30. Σε δυο ώρες είχαμε γυρίσει στα Εξάρχεια, χωνεύαμε τις σαρδέλες και βλέπαμε ντοκιμαντέρ για την 11/9 ή 9/11 (όπως προτιμάει κανείς). Με πήρε ο ύπνος (both ways), ανάμεσα στις δυο καταστροφές, δέκα χρόνια πριν, στην Αμερική και κατ’ επέκταση στον κόσμο, σήμερα, καταστροφή στην Ελλάδα και κατ’ επέκταση ποιος-να-ξέρει-πού. Να το πάρει το ποτάμι όμως, να μάθουμε κάποια στιγμή.

Advertisements

2 Comments Add yours

  1. Miss L. says:

    Teleia perigrafh tou Almuropotamou. Niwthw san na exw hdh paei!!!!!!!!!!!!!! 🙂

  2. Ανώνυμος says:

    1.Πέραν της υπερβολής περί πείνας της Γ.τα υπόλοιπα είναι πέρα για πέρα ακριβή!!
    2. Καμία αναφορά στο spa resort hotel που διανυχτέρευσες….γιατί;;;;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s