Γύρνα πίσω, θα πεθάνω, άκουσα και Πανοκιάμο.

Ντίαρ ολ,

Πριν γεμίσω τη βαλίτσα μου μέχρι σκασμού, πριν τοποθετήσω με προσοχή τα αυγά δίπλα από το τάπερ με τις μπάμιες και τον κιμά, πριν γίνω ρόμπα άλλη μία φορά στον έλεγχο υγρών και χειραποσκευών του αεροδρομίου “Νίκος Καζαντζάκης” πριν την πτήση για Αθήνα (– ο κιμάς έχει υγρά, κυρία μου; – όχι, στο σπίτι τον τρώμε στεγνό), η μοίρα μού επεφύλασσε νέες εμπειρίες στην εξωτική Κρήτη.

Επιστρέφοντας από τον Άγιο Νικόλαο με τον παιδικό φίλο Ν (στην ουσία δεν επιστρέφαμε δηλαδή, κάναμε βόλτα τα γιαούρτια από το ένα σπίτι στο άλλο) σκεφτήκαμε να πάμε για καφέ στο Θαλασσόκοσμο, το Ενυδρείο τση Κρήτης. Η καφετέρια δε μας ικανοποίησε ως είχε (άκουγε ΕΡΑ ΣΠΟΡ ο καφετζής, αν ήθελα να μελαγχολήσω το έκανα και μόνη μου), οπότε μπήκαμε στο ενυδρείο, όπου φυσικά δεν είχε τύχει να ξαναπάω, παρότι 10 χιλιόμετρα από το σπίτι (εδώ στις διακοπές βαριέσαι να πας απ’ το σαλόνι στην κουζίνα, τί να λέμε τώρα).

Το ενυδρείο (το νι με νιιιι) είναι αρκετά μεγάλο σε έκταση και πολύ εντυπωσιακό, ειδικά αν τα ψάρια τα βλέπεις συνήθως σε κονσέρβες με πικάντικο λάδι. Τα εκθέματα προέρχονται κυρίως από τη Μεσόγειο, αν και ελπίζω οι 5 καρχαρίες που είδαμε να προέρχονται από κάπου αλλού, ας πούμε από το αρχιπέλαγος της Ιαπωνίας, μακριά από μας δηλαδή, κι από όπου θέλουν ας προέρχονται. Ο καρχαρίας ήταν τόσο ζωντανός και μπαμπάτσικος, που νόμιζα ότι επιτέλους μ’ έκαμε πρωταγωνίστρια ο Στίβεν ο Σπίλμπεργκ κι από στιγμή σε στιγμή θα σκάγανε τα ενυδρεία (το νι με νιιι) και κάπως θα έσωζα τους επισκέπτες (ή θα μ’ έσωζε κάποιος, μάλλον ο παπά-Αντρέας που μας ακολουθούσε κατά πόδας με την κάμερα).

Πολύ εντυπωσιακές ήταν οι μέδουσες, που πυρπιρίζανε, αγέρωχες και τοξικές, στο δικό τους ενυδρείο (πείτε το σωστά, με ηρακλειώτικο αξάν, να τ’ ακούσω). Πιο πολύ απ’ όλα νομίζω ότι μου αρέσανε τα χρωματιστά ψάρια (έριχναν οι αμερικάνοι παρασκευαστές LSD στη θάλασσα), που είχαν βγει από κολλεξιόν Κριστιάν Λακρουά (αμήν), καθόσον τριμπούρδελα και πενταχαρούμενα, όλο πλίτσι πλίτσι, τον ακάθιστο είχανε.

Αξίζει να επισημάνω ότι το φαγκρί είναι τε-ρά-στι-ο, τόσο μεγάλο που δεν θα ήθελα ποτέ να συναντηθούμε face to face στη θάλασσα (όχι ότι υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες στις θάλασσες που πηγαίνω, just saying). Επίσης, ανακαλύπτοντας το θαλάσσιο κόσμο, συνειδητοποίησα γιατί τις μουρμούρες τις λένε μουρμούρες και όχι π.χ. Marble fish, όπως οι Άγγλοι (κάνουν ότι μιλάνε συνέχεια, χλάπα χλούπα τα σαγόνια). Διότι αυτός είναι ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας (άκου “μαρμαρόψαρο”. Μουρμούρα, χρυσέ μου. Δεν τη βλέπεις ότι δε βάζει λέπι μέσα της).

Μετά από αυτή την εμπειρία, δεν έτρωγα που δεν έτρωγα μεγάλα ψάρια γιατί τα θεωρούσα σκιαχτικά, τώρα που τα είδα κι από κοντά, δεν υπάρχει περίπτωση ν’ αγγίξω κάτι μεγαλύτερο από κολιό (τον Αύγουστο ή άλλο μήνα). Ευτυχώς που δεν είχε σαρδέλες και μπαρμπούνια στο ενυδρείο (τώρα το προφέρατε σωστά), γιατί εφεξής θα έτρωγα μόνο τόνο σε κουτί και καμιά σαρδέλα Καλλονής (αν μου ‘πεφτε η πίεση).

Επιστρέφοντας στο Ηράκλειο, βγήκαμε ένα βράδυ στο Ε2 (ε – δύο, δηλαδή αι-δοίο, as meant to be said by the owner), το εναλλακτικό καφενείο του συμμαθητή Ν, που βρίσκεται προς το λιμάνι (το νι με νιιιι κι εδώ). Εδώ κι ένα χρόνο που έχει ανοίξει, δε νομίζω να έχουμε πάει σε άλλο μαγαζί (εκτός από κάτι κατακαημένους πρωινούς καφέδες, στις καφετέριες που βρίσκονται κοντά στο γνωστό μπουγατσοπωλείο, για προφανείς γαστριμαργικούς λόγους). Το καφενείο – μεζεδοπωλείο, που είναι ένα αναπαλαιωμένο σπίτι με μωσαϊκά πατώματα, έχει μια δροσερή φουξιοκόκκινη αυλή με ζωγραφισμένα ταμπλό. Πήγαμε με τους φίλους μου από το σχολείο, φάγαμε ό,τι είχανε (συγκλονιστικός ο ντοματοκεφτές), ήπιαμε ό,τι είχανε (το πρόβλημα δεν είναι να το πιείς, είναι ότι μετά πρέπει και να το κατουρήσεις), πετύχαμε κι άλλους συμμαθητές, είπαμε τα νέα μας (μαλάκα, μη δεις τί γίνεται στην Αθήνα) και τα παλιά μας (μαλάκα, θυμάσαι τί γινότανε στο Ηράκλειο). Γενικά περάσαμε πολύ ωραία, όπως πάντα, το κλείσαμε το μαγαζί και καθώς φεύγαμε, ανεβαίνοντας τα στενά του κέντρου, μας ήρθαν με φόρα στο κεφάλι κάτι άγουροι χουρμάδες (και νόμιζα ότι μας πετροβολούσαν οι γειτόνοι, επειδή κακαρίζαμε περπατώντας).

Την Παρασκευή το βράδυ, γιορτάσαμε τα γενέθλια της Π και της Σ στο Λεβαρέ (δεν ξέρω από πού βγαίνει το όνομα του μαγαζιού και δεν θέλω να υποθέσω). Και οι δύο είναι πιο μικρές από μένα, οπότε δε μπαίνω στη διαδικασία να υπολογίσω τα πόσα κλείσανε, διότι θα πρέπει να ‘πα να κλειστώ στο δωμάτιό μου και να κλαύσω γοερά. Πριν πάμε στο μαγαζί, περάσαμε από το σπίτι των κοριτσιών, όπου είχα ένα δεύτερο encountering με το σκύλο – βροντόσαυρο, λιγότερο τραυματικό από την πρώτη φορά (δε μ’ έριξε ανάσκελα δηλαδή). Η Π μας έλεγε ιστορίες από μια ξανθιά που αναρωτιόταν γιατί το νερό της πισίνας, σε μπουκάλι, δεν ήταν μπλε, αλλά διαφανές (τα μπουκάλια δε βγαίνουν με ενσωματωμένο μπλε πλακάκι, κρίμα πάντως) και ο Α μας έλεγε τις εμπειρίες του από τα κλαμπ των Χανίων και τα επακόλουθα της διασκέδασης των νιάτων (Κλαμπάρες ρε! Άσε, μπουσουλώντας το βρήκα το μπάνιο στο σπίτι). Αξίζει να σημειωθεί ότι, μόλις έφτασαν στα Χανιά, για να βρουν το σπίτι όπου θα τους φιλοξενούσαν, ρωτούσαν τους περαστικούς “Ψάχνουμε μια οδό, που αποτελείται από όνομα και επίθετο και είναι πλακόστρωτο”. Έκτοτε αγνοείται η τύχη όσων τους απάντησαν (απήχθησαν από Αρειανούς).

Το Λεβαρέ είναι ένα μαγαζί – θρύλος για την -πολύ- νυχτερινή ζωή του Ηρακλείου. Είναι περισσότερο γνωστό ως ελληνάδικο – αφτεράδικο (βγαίνεις πρώτα αλλού, έρχεσαι στο τσακίρ κέφι, λες “πού να πάμε τώρα να μην πιούμε απλά ένα ποτό, αλλά ζήσουμε μια εμπειρία”, φτάνεις μέχρι εκεί, μπαίνεις μέσα με δικό σου ρίσκο και μεταφέρεσαι σε άλλο γαλαξία, με αυτοκράτειρα την Καιτούλα τη Γαρμπή).

Είχα να πάω εκεί από το 2003, σε αντίθεση βέβαια με τις εορτάζουσες, την αδερφή μου και την παρέα τους, που του κάμανε δυο ανακαινίσεις στο ενδιάμεσο. Είτε ακούς, είτε δεν ακούς τέτοια μουσική, αξίζει να πας μια φορά στη ζωή σου, αν δεν σε πειράζει βέβαια εκεί που βρίσκεσαι να σκάει μύτη κάποιος κατευθείαν από το μαντρί (και να σκάει η δική σου η μύτη αμέσως μετά).

Το πρόγραμμα μπορεί να σε ρίξει στα πολύ βαριά, διότι ξεκινάει με Χατζηγιάννη, Ρόκκο, Παπαρίζου και συνεχίζεται με Πανοκιάμο, Νίκο Οικονομόπουλο, Σταμάτη Γονίδη και άλλους καλλιτέχνες της λυρικής. Την τελευταία φορά που είχα πάει, νομίζω ότι έπαιζε πιο βαριά, τα οποία – στην περίπτωση αυτή – προτιμώ by far, διότι άλλο πράμα η μεστή φωνή του Ζαφείρη του Μελά και άλλο η χαζοχαρουμενιά της Ελένης της Φουρέιρα (ναι, με ποτίσανε αρκετά). Η αλήθεια είναι ότι το χάσμα των γενεών είναι εμφανές και σ’ αυτές τις rare occasions, διότι όσο οι υπόλοιποι (νεότεροι της παρέας) ουρλιάζανε σαν αφρικανοί φύλαρχοι στο άκουσμα του “Κακομαθημένου” του Χρήστου του Χολίδη, δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν την Κατερίνα τη Στανίση την κρίσιμη στιγμή της κορύφωσης του προγράμματος (Γατάκια. Τσου, ρε).

Αγαπημένη συνήθεια των νιάτων, την οποία φυσικά δεν είχα υπόψη μου, είναι να βγάζουν το κόκκινο σηματάκι του τανκερέι με το κλειδί τ’ αμαξού και να πλακώνονται για το ποιός θα το κολλήσει πίσω απ’ το σμαρτφόν (για όνομα).

Ήπια ενάμισι ποτό (το παράκανα), μέτρησα τους Ζωνιανούς συν-διασκεδάζοντες (δεκατρείς κι ένας μισός – μισός με Ανωγειανό) και είπα να φύγω περί ώρα 3 και κάτι διότι οι μεγάλες ηλικίες πρέπει να κοιμούνται νωρίς (και τα πόδια μου δεν ακουμπούσαν το πάτωμα, όπως καθόμουν στο σκαμπό, διότι άμα είσαι κοντή, είσαι παντού κοντή και δε βολεύεσαι).

Το απέναντι μαγειρείο ήταν ανοιχτό και μια σούπα τη λαχτάρισα στιγμιαία, διότι ο λαιμός μου είχε γίνει σαν του αγαπημένου τραγουδιστή του ντιτζέι (Βασίλης Καρράς, that is). Ωστόσο κρατήθηκα και γύρισα στο σπίτι, για να βρω το σκύλο μας να τρώει το χαλάκι της εξώπορτας. Από σκύλους, σε σκύλο δηλαδή.

Θα πάω στο Φοίβο από βδομάδα και στους Suede, να συνέλθω. Καλέ κύριε στο ΤικετχάουΖ, ξαναπουλήστε μου εισιτήρια, μη μ’ αποπαίρνετε που λίκνισα κι εγώ το γοφό με λίγο Πασχάλη Τερζή, μια φορά υπό την επήρρεια της απογοήτευσης λόγω επιστροφής στην εργασία.

Advertisements

4 Comments Add yours

  1. Miss L. says:

    Kala teleio post!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! 🙂

  2. Ανώνυμος says:

    πιστεύω ότι κανονικά δεν πρέπει να σου πουλήσουν εισιτήρια… “τέλειο” μαγαζί ακούγεται το Λεβαρέ… να μαζευτούμε, να μην πάμε:)

    ευχαριστώ που με έκανες να γελάσω άπειρα δευτεριάτικο πρωινό!!!!!!!

    α.

  3. Sisyfina says:

    χαχαχα τα έχω ζήσει κι εγώ αυτά στο Ιράκλειο, εκτός από το ε2 που ακούγεται ενδιαφέρον!

  4. Ανώνυμος says:

    Εγώ καταλαβαίνω ότι στο Λεβαρέ είσαι στο στοιχείο σου. Ο Φοίβος και οι Suede είναι φερτζές

    Μ.Μ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s