Ευελπίδων by night, Κολωνάκι by day. Πάλι ανάποδα.

Ντίαρ ολ,

Την Παρασκευή το βράδυ η Μ ήρθε από τον Ακάθιστο Ύμνο στο σπίτι και με πήρε με τον Σ να πάμε στο Άλσος”, στην Πλατεία Πρωτομαγιάς. Η πλατεία αυτή είναι το “ταβάνι” του τούνελ της Μουστοξύδη, δίπλα από τα δικαστήρια της Ευελπίδων. Έχει μεγάλη έκταση, όμορφη θέα στο Λυκαβηττό και μερικά δέντρα, αποτελώντας τη συνέχεια του Πεδίου του Άρεως προς το Πολύγωνο.

Είχα αποφύγει την Ευελπίδων για δυο βδομάδες σερί (αποτοξίνωση), παρασκευάτικα τους ήρθε να με πάνε να διασκεδάσω εκεί όπου δουλεύω. Βρήκαμε να παρκάρουμε αμέσως, ένας ταξιτζής κατούραγε ένα πεύκο στο προαύλιο του κτιρίου που ανήκει στο στρατό (πράξη αντίδρασης απέναντι στη στρατιωτική εξουσία ή απλό ξαλάφρωμα;) και στο δρόμο δεν κυκλοφορούσε κανένας. Τον έλεγες και χαριτωμένο τον κωλόδρομο που μας έχει φάει τα νιάτα και θα μας ξεζουμίσει τα γηρατειά.

Το “Άλσος” είναι μια καφετέρια πρόσφατα ανακαινισμένη, στην οποία δεν πάμε ποτέ για καφέ στο ενδιάμεσο των δικαστηρίων, όχι γιατί είναι άσχημα, αλλά γιατί δε μας κόβει και πολύ στο επάγγελμα αυτό και προτιμάμε τις καφετέριες με βαριά έπιπλα και πολυκώδικες πάνω απ’ το κεφάλι μας. Είναι οικογενειακή καφετέρια, από αυτές που πηγαίνουν το πρωί οι παππούδες με το “Έθνος παραμάσχαλα, το μεσημέρι οι γιαγιάδες για τσάι και το απόγευμα οι γονείς με τα παιδιά για παγωτό ανάμικτο. Τις Παρασκευές παίζει ένα συγκρότημα, με ρεπερτόριο μπουάτ (όπως αυτοπροσδιορίζεται μέσω της αφίσας στην πόρτα), το οποίο περιλαμβάνει αυτά που τραγουδούσαμε στις γιορτές του σχολείου. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει αυτά για τα οποία μαλλιοτραβιόμασταν ποιά είναι Nana Mouskour-ότερη, για να τα ερμηνεύσει συνοδεία της ορχήστρας των συμμαθητών μας.

Ο χώρος που συνολικά καταλαμβάνει είναι πραγματικά πολύ μεγάλος (τους ξεσκίζουν στα δημοτικά τέλη), έχει γύρω γύρω τζαμαρία και μοιάζει με το σαλόνι του Knossos Palace (χαμηλοτάβανο, με αίσθηση ναυτίας από το κούνημα). Θυμίζει θερμοκήπιο και αίθουσα δεξιώσεων (να μας ζήσουν, συμπέθερε), οι καναπέδες είναι στραφταλιζέ, απ΄το στοκ του Χυτήρογλου, τόπι “τώρα τα ανάκτορα της πριγκήπισσας Σίσσυ και στην Κυψέλη” και περιμετρικά υπάρχει ξύλινη εξέδρα με τραπεζοκαθίσματα και ομπρέλες, καθόσον το μπετό σε εμπνέει να κάτσεις στη λαλάγκα κάτω απ’ την ομπρέλα (θυμίζει Κάννες, σε ένα παράλληλο σύμπαν).

Οι παρέες ήταν ετερόκλητες, κάτι παππούδες που είχαν ξεμείνει από το πρωί κι ανεβάζαν τη χοληστερίνη τους με ποικιλίες μισού στρέμματος (φάε ρε Κώστα ένα λουκανικάκι, για μια φορά δεν παθαίνεις τίποτα), ανάμικτοι παππούδες-γιαγιάδες με τα καλά τους σε επίσημη έξοδο, με κλασικές συζητήσεις του socialization μιας άλλης γενιάς (την κυρα-Νίτσα πάντα στα καλύτερα την πήγαινα, είχαμε και μια άλφα οικονομική επιφάνεια επί Καραμανλή, με το βαθμό του τμηματάρχη της Αγροτικής συνταξιοδοτήθηκα), παιδιά ηλικίας “έχω κόψει το κλεραζίλ εδώ κι ένα μήνα, αλλά πάλι πετάγονται ρε πούστη μου” (αποδείχθηκε μετά ότι ήταν φοιτητές του Φυσικού), γκιόσες που μπέρδεψαν την Κυψέλη με το “Ποσειδώνιο” (μαλλί λάχανο, παγιέτα, θέλω τα όπα μου), τριαντάρηδες αγνώστων λοιπών στοιχείων (είδα φως, μπήκα, πού να τρέχεις τέτοια ώρα στο Γκάζι, όχι ρε μαλάκα, είναι εδώ η μάνα μου με τη θειά μου) και βέβαια η παρέα του βασικού συγκροτήματος που θα έπαιζε.

Το βασικό συγκρότημα ξεκίνησε στις 11:30, έπαιξε 3-4 κομμάτια που δεν τα ‘ξερα (ίσως δικά του, ίσως χάζευα και δεν τ’ αναγνώρισα) και την “Τυρινίνη” (πόσο παιδικό πάρτυ late ’80s, πόσο…) και παραχώρησε τη θέση του σε μια άλλη παρέα, που δεν ξέρω αν έπαιζε συνήθως εκεί (για το καλό της ανθρωπότητας, ελπίζω όχι), έπαιξε όμως συνολικά τον περισσότερο χρόνο. Αποτελείτο από έναν πιανίστα – μαέστρο (για τους φίλους φον Κάραγιαν), έναν κιθαρίστα δανεικό από το συγκρότημα κι έναν ταλαίπωρο τρομπετίστα, με τζαζ γυρίσματα, που καταπιεζόταν απ’ το μαέστρο (του ‘κλεβε όλες τις βασικές μελωδίες και τον άφηνε να βγάζει το φίδι απ’ την τρύπα μόνο όταν φάλτσαρε η εκάστοτε τραγουδίστρια). Τραγούδισαν 5 κοπελίτσες συνολικά, δυστυχώς η πιο καλλίφωνη τραγούδησε λιγότερο (την έφαγε ο ανταγωνισμός, όπως την Άσπα στο Fame Story), αλλά σταρ θα γίνει μόνο μία: η πετρόλ μπομπονιέρα, με το φαρδύ τζιν, το all star και το φουστάνι με τούλι (όλες φέτος θα ντύνονται κύκνοι, μάθε να ζεις μ’ αυτό). Το μαλλί το είχε κόκκινο, σε χαλαρές μπούκλες (του ποιοτικού, όχι σαν τη Θέλξη) και τεχνητές προσθήκες από άγνωστο υλικό (όχι αυτό το μακρύ πλεχτό σωληνάκι που βάζανε οι τουρίστες τα καλοκαίρια στη Χερσόνησο, αλλά ένα πανί γερό, στρουφηγμένο, που το’ δενες στα κάγκελα και κατέβαινες απ’ το δεύτερο στο ισόγειο, στην ανάγκη). Κάτω από κάθε καρβουνιασμένο μάτι είχε και μια ζωγραφισμένη με μολύβι μπιλίτσα (αντιγραφή κόνσεπτ από διαφήμιση αρώματος Kenzo – στα μέσα του ’90 θα ΄τανε, πού να το ‘δε και να το ξεπατίκωσε, νέο κορίτσι), και μέσα απ’ το πετρόλ μπαλετοφόρεμα ξεπρόβαλε το μπρίο του επόμενου “Greek Idol”, αυτό που θα έκοβε με φόρα ο Καπετανίδης στην πρώτη οντισιόν (πρέπει να χάσεις 27,5 κιλά, αν θέλεις κάποτε να τραγουδίσεις).

Η φωνή η ρημάδα δεν έβγαινε, το μάτι το ‘χε κλειστό όμως στο Fever(το στόμα έπρεπε να κλείσει), όλο σκέρτσο και συναίσθημα, η φωνή στο βάθος της χαράδρας του Βίκου (από μια άποψη καλύτερα, γιατί σε ένα που πλησίασε πολύ το μικρόφωνο έτριξε η ανοιγοκλειόμενη πέργκολα). Στο “Ήτανε μια φορά” σηκώθηκαν τα κορίτσια και πήραν μαζί κι έναν συμφοιτητή τους (αυτόν που ένα ολόκληρο έτος πλακώνεται για το ποιός θα κάτσει από πίσω του ν’ αντιγράψει στη “Φυσική συμπυκνωμένης ύλης”), και κάπως έτσι ο Ξυλούρης έγινε χορωδιακός (και στριφογύρισε στον τάφο του πεντ-έξι φορές από κάθε πλευρά).

Εγώ καθόμουνα δίπλα από τον τρομπετίστα και κοιτούσα τις παρτιτούρες (για να ξέρω ποιό ήταν το επόμενο κακό που θα μας έβρισκε), να ‘ναι καλά, δεν το φυσούσε δυνατά και δεν κουφάθηκα (και) εξαιτίας του. Τον κόβω σύριζα ότι ο μαέστρος είναι αποτυχημένος συνθέτης “έντεχνου ελληνικού” , που βρίζει όλη μέρα “τον πούστη το Μάλαμα, πού τα σκέφτεται ο άτιμος” κι έχει για trainee bitch τον τρομπετίστα (“όταν θα γίνω διάσημος θα χρειάζομαι ένα φιλικό χέρι να μου αλλάζει σελίδα στις παρτιτούρες”). Όταν έπαιξαν Μπάμπη Στόκα μας έπιασε σύγκρυο και είπαμε να ξεκουμπιστούμε, γιατί οι άνθρωποι τη σήμερον υποφέρουν πολλά δεινά καθημερινώς κι αυτό ήρθε καταπάνω μας απροειδοποίητα (δεν το είχε στις παρτιτούρες, αλλιώς θα είχα δώσει σήμα για αποχώρηση νωρίτερα). Για τους παππούδες φοβήθηκα προς στιγμήν κι ευχήθηκα να ξέρουν τα εφημερεύοντα πριν την ολοκλήρωση της ελληνικής διασκευής του Senior” (με το συμμαθητή μας που το έπαιζε σε κάθε γιορτή μέχρι σήμερα δε μιλιόμαστε). Ο πάντα cool Σ μας πήγε σπίτια μας (ΚΑΙ Στόκας ΚΑΙ Πασχαλίδης ΚΑΙ αγώι ο έρμος).

Το πρωί που ξύπνησα (χωρίς επιληψία, υπάρχει Θεός), πήγαμε με το Μ στο Comicdom, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, η οποία είναι δίπλα στο γραφείο μου και δεν τη λογαριάζω για έξοδο: όποτε βρίσκομαι εκεί αισθάνομαι ότι θα βγει ο αφεντικός στο δρόμο και θα μου φωνάξει να πάω να διορθώσουμε μια έφεση (μετά από τραγούδια των Πυξ Λαξ πάντα βλέπω ζωντανούς εφιάλτες).

Το φετινό Comicdom είναι αφιερωμένο στον Batman. Στη μία αίθουσα έχει ορίτζιναλ σελίδες από το πρώτο κόμικ του Batman, που εκδόθηκε το 1939, καδραρισμένες, σε μαύρο φόντο, κι ένα πλαστικό Batman σε φυσικό μέγεθος (όσο και να ευχηθείς να περιέχει τον Κρίστιαν Μπέιλ, δεν θα εκπληρωθεί η ευχή σου. Το θεληματικό του πηγούνι είναι πλαστικό). Έχει και μια μικρή ιστορία του Batman στα γιαπωνέζικα, που τη διαβάζεις τα πίσω μπρος. Αφήνεις το μαύρο δωμάτιο και την επιβλητική προτομή του μεταμφιεσμένου Bruce Wayne και περνάς στο χώρο του μπαζάρ βιβλίων, περιοδικών και άλλων μπλιμπλικιών.

Ο κόσμος ήταν ο γνωστός: συλλέκτες (ύφος “άστο κάτω μη στο κόψω”), απλοί αναγνώστες (σαν τη Μαριγώ, σαν εμένα), πολλά νέα παιδιά (ένιωσα για μια φορά ψηλή στη ζωή μου, κάθε χρόνο θα πηγαίνω από δω και μπρος), κομίστες, γονείς με παιδιά (μικρά και πολύ μικρά), μια οικογένεια Ινδών, κοριτσάκια με γκόθικ φάσιο στέιτμεντς (κουβέντα δε θα πω, είχα άσπρες Doc Martins στο γυμνάσιο, ρεζίλι των σκυλιώνε).

Είχε πολλά κόμικ σε προσφορά, superhero – oriented και μη, μπλουζάκια με στάμπες Θάντερ-Θάντερ-Θάντερ-Θάντερ-Κατς στα γιαπωνέζικα (τα λάτρεψα, ήταν τεράστια, σιχτίρισα), πλαστικά ομοιώματα του Comedian, του Captain America και του Obi Wan Kenobi, νέες εκδόσεις, πολλά manga (και πολλούς μάγκες, με την καλή έννοια), βιβλία επιστημονικής φαντασίας και γενικώς μπόλικο πράμα προς ανάγνωση, για όλα τα γούστα. Στο σημείο αυτό θέλω να καταγγείλω την απαξίωση της Lisa Simpson από το σύστημα, που μας στερεί τα πλαστικά ομοιώματα και κουκλάκια σε τέτοιες εκδηλώσεις. 120 απουσιολόγοι ξέρουν.

Ψάχνοντας τα σωστά μεγέθη στις μπλούζες, ο Μ μου είπε ότι ο αγαπημένος μας σούπερ – ήρωας είναι το προτζέξιον αυτού που θέλαμε να είμαστε. Εγώ ποτέ δεν είπα ότι θέλω να σκαρφαλώνω σε τοίχους. Ωστόσο, μια τρελή που έψαχνε κόμικς με το Spiderman σε έκθεση αφιερωμένη στο Batman, εγώ ήμουνα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s