Έχω διαβάσει Προυστ, Τσέχωφ και ξέρω από τέχνη, καπετάνιε μου.

Ντίαρ ολ,

Το μεσημέρι πήγαμε στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, όπως κατεβαίνεις την Πειραιώς, δεξιά, όχι αριστερά (κρίσιμο στοιχείο αυτό, αν πας αριστερά θα δεις τη μηχανή του Τσίπρα και όχι τον actual εκθεσιακό χώρο). Το κτίριο είναι ανακαινισμένο, μακρόστενο, ανοιχτό κίτρινο απέξω, με πόρτες που ανοίγουν αυτόματα, κόκκινους και άσπρους τοίχους, καινούργια ασανσέρ και καθαρές τουαλέτες, ευγενέστατο προσωπικό και ωραίο φωτισμό.

Η έκθεση αποτελείται από την ιδιωτική συλλογή του Γιώργου Οικονόμου, τον οποίο βέβαια δε γνώριζα (δε βγαίνει στα πρωινάδικα, δε φωτογραφίζεται στα περιοδικά, therefore από πού κι ως πού να τον ξέρω). Ο Γιώργος Οικονόμου μου’παν ότι είναι μεγαλοβαρκάρης με χόμπι την τέχνη (αν ήμουν μεγαλοβαρκάρισσα θα είχα για χόμπι τα παπούτσια, τ’ ομολογώ), μάζευε λοιπόν πίνακες, σχέδια, χαρακτικά, έβρισκε τις ασορτί κορνίζες και τα ‘βαζε στο σαλόνι του (πρέπει να ήταν τεράστιο, αλλά έτσι είναι οι μεγαλοβαρκάρηδες, τα θένε τα σαλόνια του σπιτιού τους σαν τα σαλόνια των κρουαζιερόπλοιών τους).

Βρήκαμε πάρκινγκ πολύ εύκολα, καθόσον ήταν Κυριακή εν μέσω τριημέρου, οπότε μόνο ΕΜΕΙΣ οι βεριτάμπλ άνθρωποι της τέχνης είχαμε την ιδέα να πάμε στην έκθεση – courtesy of Kapetan-Giorgis. Στην πραγματικότητα η Γ και ο Γ είχαν την ιδέα να πάμε ως εκεί, μπράβο παιδιά, δεν θα πω σε κανέναν ότι τα βράδια βγαίνετε μόνο στα μπουζούκια της Εθνικής.

Σαφώς και οι κυρίες με τα κομπλικέ γυαλιά μας είχαν προλάβει και είχαν πάει από το άνοιγμα στις 09:00, όπως και οι κύριοι με τα φουλάρια, ωστόσο είχε και μερικές οικογένειες (2-3 κοριτσάκια ήταν και ντυμένα, κατευθείαν για να πάνε να καρναβαλιστούν στου Ρέντη μετά την βασική πολιτιστική δραστηριότητα της ημέρας), λίγους νέους ανθρώπους (της τέχνης, σαν εμάς) και πολλούς μεγαλύτερους (αυτή η νεολαία έχει το νου της μόνο στα X-factor).

Ο Κάπτεν Τζωρτζ το φυσούσε το χρήμα (τότε οι μαούνες βγάζανε καλά λεφτά) και έχει πολύ αξιόλογη συλλογή (σαν άνθρωπος της τέχνης μιλάω πάντα), μέχρι και Ντελακρουά είχε ψωνίσει. Μπροστά στιο συγκεκριμένο πίνακα έκανα το λάθος να αναφωνήσω: “Και νόμιζα ότι αυτουνού τα έργα τα είχε όλα το Λούβρο”, οπότε ένας κυριούλης μου έριξε φαρμακερό βλέμμα και μου είπε “Το Λούβρο έχει άλλα του Ντελακρουά, τη σφαγή της Χίου π.χ.”. Το ήξερα, αλλά σεβάστηκα τα χρόνια του και δεν του απάντησα με το ανάλογο ύφος ότι έχω πάει Μασσαλία – Γκρενόμπλ – Παρίσι – Κάστρα Λίγυρα με το Ginis Travel το ’92, 70.000 δρχ. το κεφάλι – ωραίες εποχές με τη δραχμή, τα μιστά μας είχαν αξία.

Περαιτέρω, η κιουρέιτορ της έκθεσης είχε συγγράψει κείμενα σε ευμεγέθεις πίνακες όπου υπήρχαν κατατοπιστικές λεπτομέρειες (για τους άσχετους, όχι για εμας, που είμαστε της τέχνης), για τις έννοιες του ντανταϊσμού, του περφορμα-κάτι, του πουαντιβισμού, του εξπρεσιονισμού, κ.λπ.

Σε γενικές γραμμές, οι κατηγορίες στις οποίες επένδυσε ο Καπετάνιος είναι οι εξής:

  • Εξπρεσσιονισμός: χουβαρνταλίκι στο χρώμα, αδρές γραμμές (βλέπεις τον Κινγκ Κονγκ και στην πραγματικότητα απεικονίζεται το Λιμάνι της Μασσαλίας), λιτή κορνίζα (μη μας πούνε κιτς), χαρακτηριστικοί τίτλοι: “άντρας με καπέλο”, “άντρας χωρίς καπέλο”, “γυναίκα με μαξιλάρι”, “γυναίκα με τηγάνι”, “τοπίο στην ομίχλη”, “η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά”, “η νεράιδα και το παλικάρι”. Όπως και να τα λένε τελοσπάντων, όλα είναι κάπως 3 κάθετες γραμμές και δυο οριζόντιες, σαν τρίλιζα (αυτός με τα χ κερδίζει στα περισσότερα).

  • Κυβισμός: ό,τι λέει η λέξη. Κύβοι παντού, πίνακες φουλ με ζάρια (εξάρες, κωλόφαρδε), ορθογώνιες ντουλάπες kullen (ikea και στην τέχνη), κακομούτσουνες γκόμενες, στο χρώμα της καμένης γης. Στα σχόλιά μας για το ντιπάρτμεντ του κυβισμού παρενέβη η Γ, που μας είπε άσχετους και αναφέρθηκε στη μπλε περίοδο του Πικάσσο, που ήταν άκρως κυβιστική και μετά μαλώσαμε για το αν προηγήθηκε η μπλε ή η ροζ περίοδος, τόσο πολύ διαφωνίσαμε, που μας χώρισαν οι σεκιουριτάδες (για την τέχνη μπορούμε να φτάσουμε στα άκρα).

  • Ιμπρεσιονισμός: ποζεριά. Κάτι θάλασσες με κάτι κύματα ΝΑΑΑ, μέχρι κει πάνω, 250.000 χρώματα σε κάθε κύμα, διαφήμιση κινητού. Ζωγράφοι της υπομονής. Πουάν το πουάν. Βούτα – βάψε, βούτα – βάψε, κουκίδα την κουκίδα. Τα λεξοτανίλ εφευρέθηκαν, όταν ο ιμπρεσιονισμός εξελίχθηκε σε πουαντιβισμό. Ο Καπετάν – Γιώργης όμως ΤΖΙΓΚΟΥΝΕΥΤΗΚΕ ξεκάθαρα και δεν αγόρασε ούτε ΕΝΑΝ Μονέ. Εκτός αν είχε το χρήμα και δεν κατάφερε να “χτυπήσει” Μονέ στα Sotheby’s, οπότε θα είπε “Γαμώ το Μονέ της μάνας σας” και θα πήρε απ’ το Bizart ρέπλικες.

  • Ιμπρεσιονισμός 2: επειδή δεν του ‘κατσαν άλλοι διάσημοι Γάλλοι (βλ. παραπάνω), πλέρωσε δυο μαθητές της γαλλικής ΑΣΚΤ και του ΄φτιαξαν δυο κάντρα να μοιάζουν σαν πρώτα ξαδέρφια του Ρενουάρ. Κάπως ηρέμησε ο καπετάνιος. Παράλληλα, ο Ρενουάρ κάπως γύρισε πλευρό στον τάφο του.

  • Σχέδια: ήταν όλες τους χοντροκώλες. Απ’ ό,τι ξέρω, το 1860 ΔΕΝ ΕΙΧΕ kinder bueno. Πώς τα πήραν τόσα κιλά οι εικονιζόμενες, ενώ ο κόσμος σκυλοπεινούσε, δε μπορώ να καταλάβω. Τα περισσότερα σχέδια αξιοποιούνται εύκολα από φαρμακευτική εταιρία για να δείξουν το “πριν” στη διαφήμιση προϊόντος για τοπικό αδυνάτισμα.

  • Τρίβια σχεδίων: Είχε έναν Μοντιλιάνι, αλλά η σκιτσαρισμένη κοπελιά ήταν πλάτη και δεν είδα αν τελικά όλες τις ζωγράφιζε γκαβές. Ο Πικάσο του καπετάνιου ήταν δυο σχέδια: μια γάτα παρδαλή, αποκριάτικη, κιμωλία σε χαρτί και μια γυναίκα με ροζ μπαγκράουντ, το ένα βυζί κάτω απ’ το άλλο, η πατούσα στο ύψος του ώμου, έπαθα vertigo.

  • Νεκρές φύσεις: τα κλασικά, μια φρουτιέρα, μπανάνες, μισό λεμόνι (κομμένο πολλές μέρες, είχε συρρικνωθεί), ένα φουντωτό κουνουπίδι, δυο λαγοί κρεμασμένοι ανάποδα να σιτέψουνε (στιφάδο), ωραίες κορνίζες στις νεκρές φύσεις, Λουί XIV θα ήτανε κι εμείς σα μαλάκες μετράγαμε τα μανταρίνια στο φόντο (εγώ τα’βγαλα 9, η Γ 11).

  • Ντανταϊσμός: σκιάχτηκα που το θυμήθηκα το συγκεκριμένο κίνημα, μου θύμησε πόσο δεν πάω τους Γερμανούς, όταν γίνονται τρομακτικοί στις απεικονίσεις και ότι το μόνο που πραγματικά εκτιμώ απ’ τον πολιτισμό τους είναι η Νιβέα. Η κουμπάρα μας η Λευτερία είχε έναν παρόμοιο πίνακα στο φαρμακείο, στη λ. Καλοκαιρινού στο Ηράκλειο και σκιαζόμουνα κάθε φορά που μ’ έστελνε η μάνα μου να πάρω ντεπόν.

  • Στρατευμένη τέχνη: κουμουνιστικοί πίνακες, με συνθήματα, για να τονώσουν το ηθικό της εργατιάς, από Ρώσους ζωγράφους που το 1942 απειλήθηκαν – ίσως με τη ζωή τους – να εντάξουν τσιτάτα του “πατερούλη” στον καμβά. Πίσω βέβαια από τα πανώ στα ρώσικα απεικονιζόταν με τρόπο και οι νεκροί από τα Γκούλαγκ. Αλλά αυτά μόνο εμείς οι φιλότεχνοι τα ξεχωρίζουμε. Τί τα’θελε τα κομμουνιστικά ολόκληρος καπετάνιος, δε γνωρίζω/δεν απαντώ.

  • Βιεννέζικη Απόσχιση: δεν κατάλαβα ακριβώς. Κάτι Βιεννέζοι πλακωθήκανε με κάτι Γερμανούς για το ποιός το έχει μεγαλύτερο (το πινέλο). Κάπου μπλέξανε και το Φρόιντ μέσα σ’ αυτό, κάπου ερίζανε και για την πατρότητα του στρούντελ, όλα σκατί τα βάφανε μέχρι που τους πρόλαβε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και κοπήκανε τα πολλά πολλά.

  • Φωβισμός: σαν τη βιεννέζικη απόσχιση, χωρίς τους Γερμανούς. Πρώιμες απεικονίσεις των Grateful Dead. Κάτι έγραφε η ταμπέλα της κιουρέιτορ για το “απαράμιλλο τέρας” της τέχνης, όπως το αποκάλεσε ο Μαλρώ. Θυμήθηκα την απαράμιλλη μαλακία να μην πιω δεύτερο καφέ πριν πάω.

  • Αφαίρεση: το αντίθετο της πρόσθεσης. Σαν την απόσχιση και το φωβισμό, με ακόμα πιο σκατί αποχρώσεις. Έψαξα όσο πήγαινε το βλέμμα μου για τη Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα. Προφανώς θα ήταν για καφέ στο Rosebud. Ανάποδα τα κάναμε σήμερα, Μαρίνα μου. Και είμαστε και κοντοχωριανές, δεν έπρεπε.

  • Σουρεαλισμός: Ωραίο το χρώμα, μπόλικο κι εδώ, κάτι δέντρα γέρνανε στο βοριά, αλλά βρισκόταν και σ’ έναν άγνωστο πλανήτη, πάνω σε μπλε ελεκτρίκ βατράχους. Κάπου εκεί εμφανίστηκε ένας τύπος σαν τον Bono κι έδωσε μια συναυλία και τότε να’σου μια νεράιδα με πλουμιστά φτερά και η Χιονάτη με ακαζού ανταύγειες. Ψέματα, η Lady Gaga ήτανε. Απόδειξη ότι η pop υπήρχε από το 1800something και ότι στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση.

Αφού είδαμε την έκθεση και δεν μας πετάξαν έξω με τόσα χάχανα, βγάλαμε τη χολή μας για το μεγαλομαουνιέρη με την πρέσιους συλλογή (εγώ ένα ρολόι – βινύλιο απ’ το Octapus έχω σπίτι και το’χω κάνει θέμα), επί ενός καπουτσίνο λάτε, στην πολύ χαριτωμένη πλατεία Αυδή του Μεταξουργείου. Πεντακάθαρη, με φροντισμένα αδέσποτα, περιποιημένα φυτά, ωραία παγκάκια από τσιμέντο με μεταλλικές σχάρες που προεξέχουν για να κάθεσαι. Γύρω γύρω είχε νεοκλασικά υπό κατάρρευση, μερικά νεόδμητα κτίρια εξαιρετικής αρχιτεκτονικής (ως άνθρωπος της τέχνης μιλάω και πάλι), πολλά μπουρδέλα και πολλές υπηρεσίες του ΙΚΑ (πρακτικά για το ίδιο πράγμα μιλάμε). Ο καιρός μας ευνόησε, είχε λιακάδα και καθόλου αέρα, θυμίζοντάς μας ότι έρχεται η άνοιξη, έστω από το πολύ βάθος. Και τότε η Γ μας δήλωσε γέρνοντας το κεφάλι νοσταλγικά ότι “η τέχνη την ηρεμεί”, αμέσως όμως πήρε χαμπάρι σε παρακείμενο βαν το αυτοκόλλητο – διαφήμιση “Το Πνιγμένο Κουνελάκι”, με επεξήγηση “gay χασαποταβέρνα”, και μας έφαγε να ψάχνουμε την οδό Γιατράκου (περιέργεια αυτή η κοπέλα).

Ωραίος ο καπετάνιος, μπράβο του που παραχώρησε το μίνι – μουσείο του στο Δήμο, να ξεστραβωθούνε μερικοί (όχι εμείς, οι άνθρωποι της τέχνης δεν έχουμε τέτοιες ανάγκες). Κι όπως απομακρυνόμασταν από την έκθεση του καπετάν – Γιώργη, μου πέρασε ένα σύνθημα από το μυαλό: “Κάπτεν, θεέ, πάρε την ΠΑΕ”, γιατί δε βλέπω σωτηρία.

Συμπέρασμα: όση τέχνη κι αν δεις, πάλι τον πόνο σου θα σκέφτεσαι. Εγώ τον ΠΑΟ και η Γ τις μπριτζόλες που θα χάσει ενόψει Σαρακοστής.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s